Category Archives: LawOffice

ΠΤΩΧΕΥΣΗ: Ερωτήσεις και Απαντήσεις

1. Ποιος είναι ο σκοπός της πτώχευσης;
Η πτώχευση αποσκοπεί στη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του οφειλέτη με τη ρευστοποίηση του συνόλου της περιουσίας του οφειλέτη ή επιμέρους λειτουργικών συνόλων αυτής ή των κατ’ ιδίαν περιουσιακών του στοιχείων και στην επιστροφή παραγωγικών μέσων σε δυνητικά παραγωγικές χρήσεις το συντομότερο δυνατό. (άρθρο 75)

2. Ποιοι μπορούν να πτωχεύσουν;
Πτωχευτική ικανότητα έχουν τα φυσικά πρόσωπα, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που επιδιώκουν οικονομικό σκοπό. Με ειδικό προεδρικό διάταγμα πτωχευτική ικανότητα μπορεί να αποδίδεται και σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που δεν επιδιώκουν οικονομικό σκοπό, αλλά ασκούν οικονομική δραστηριότητα. (άρθρο 76 παρ.1)

3. Ποιοι δεν μπορούν να πτωχεύσουν;
Δεν κηρύσσονται σε πτώχευση τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και οι δημόσιοι οργανισμοί, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο τυχόν εξαιρείται με ρητή διάταξη νόμου. (άρθρο 76 παρ.2)

4. Τι δεν σταματά την πτώχευση και πότε;
Η παύση της οικονομικής δραστηριότητας ή, όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα, της λειτουργίας εν γένει, ή, όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα, ο θάνατος, δεν κωλύουν την πτώχευση, αν επήλθαν σε χρόνο κατά τον οποίο ο οφειλέτης είχε παύσει τις πληρωμές του. (άρθρο 76 παρ.3)

5. Σε περίπτωση που πεθάνει ο οφειλέτης πότε πρέπει να υποβληθεί η αίτηση για πτώχευση;
Σε περίπτωση θανάτου του οφειλέτη, η αίτηση για κήρυξή του σε πτώχευση πρέπει να υποβληθεί το αργότερο εντός έτους από το θάνατό του. (άρθρο 76 παρ.3)

6. Ποιος οφειλέτης κηρύσσεται σε πτώχευση;
Σε πτώχευση κηρύσσεται ο οφειλέτης που βρίσκεται σε παύση πληρωμών, ήτοι αυτός που αδυνατεί να εκπληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του κατά τρόπο γενικό και μόνιμο. Δεν αποτελούν εκπλήρωση των υποχρεώσεων οι πληρωμές που πραγματοποιούνται με δόλια ή καταστρεπτικά μέσα. (άρθρο 77 παρ.1)

7. Πότε τεκμαίρεται ότι ο οφειλέτης βρίσκεται σε παύση πληρωμών;
Τεκμαίρεται ότι ο οφειλέτης βρίσκεται σε παύση πληρωμών όταν δεν καταβάλει ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του προς το Δημόσιο, τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, σε ύψος τουλάχιστον 40% των συνολικών του ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του προς τον αντίστοιχο φορέα για περίοδο τουλάχιστον έξι (6) μηνών, εφόσον η μη εξυπηρετούμενη υποχρέωσή του υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ. Η επιλεκτική εκπλήρωση ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων δεν αίρει την παύση πληρωμών, η οποία μπορεί να συνίσταται και στην αδυναμία εκπλήρωσης ακόμα και μίας σημαντικής ληξιπρόθεσμης χρηματικής οφειλής. (άρθρο 77 παρ.2)

8. Μπορεί ο οφειλέτης να ζητήσει την κήρυξη της πτώχευσης όταν υπάρχει η πιθανότητα να αδυνατεί να εκπληρώσει;
Επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης αποτελεί λόγο κήρυξης της πτώχευσης, όταν την κήρυξή της ζητά ο οφειλέτης. (άρθρο 77 παρ.3)

9. Υπάρχουν οικονομικές προϋποθέσεις για την κήρυξη της πτώχευσης;
Πτώχευση κηρύσσεται εφόσον, με βάση τα οικονομικά στοιχεία που τίθενται υπόψη του δικαστηρίου, πιθανολογείται ότι η περιουσία ή το εισόδημα του οφειλέτη, επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας. Άλλως, το δικαστήριο διατάσσει την καταχώριση του ονόματος ή της επωνυμίας, κατά περίπτωση, του οφειλέτη στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας. (άρθρο 77 παρ.4)

10. Ποιο είναι το αρμόδιο δικαστήριο για την κήρυξη της πτώχευσης;
Με εξαίρεση τις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου (στις οποίες εφαρμόζεται το Έκτο Μέρος του Δεύτερου Βιβλίουτου νόμου), αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του, ή, στην περίπτωση φυσικού προσώπου χωρίς εμπορική ιδιότητα, την κύρια κατοικία του, όπως αυτή προκύπτει από την τελευταία φορολογική δήλωση του οφειλέτη πριν από την κατάθεση αίτησης πτώχευσης. (άρθρο 78 παρ.1)

11. Ποιες είναι οι μικρού αντικειμένου πτωχεύσεις ;
Μικρού αντικειμένου πτωχεύσεις ορίζονται αυτές στις οποίες ο οφειλέτης ικανοποιεί ένα από τα κριτήρια προσδιορισμού της πολύ μικρής οντότητας του άρθρου 2 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251). Στην περίπτωση των φυσικών προσώπων, το κριτήριο που αφορά το ενεργητικό

εφαρμόζεται στην περιουσία του προσώπου. Ως προς την ακίνητη περιουσία του προσώπου η αξία αυτής προκύπτει κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 11 (βλ. σχετική ερώτηση 22). Οι διαδικαστικές και άλλες παρεκκλίσεις της πτώχευσης μικρού αντικειμένου αναφέρονται στο Έκτο Μέρος του Δεύτερου Βιβλίουτου νόμου, ενώ κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του πτωχευτικού κώδικα. (άρθρο 78 παρ.2)

12. Ποιο είναι το κέντρο των κύριων συμφερόντων του οφειλέτη ;
Κέντρο των κύριων συμφερόντων είναι ο τόπος, όπου ο οφειλέτης ασκεί συνήθως τη διοίκηση των συμφερόντων του και, συνεπώς, είναι αναγνωρίσιμος από τους τρίτους. Για τα νομικά πρόσωπα τεκμαίρεται, μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο, ότι κέντρο των κύριων συμφερόντων είναι ο τόπος της καταστατικής έδρας. (άρθρο 78 παρ.3)

13. Πώς εκδικάζεται η υπόθεση;
Η υπόθεση εκδικάζεται όπως προβλέπεται στην παρ.1 του άρθρου 230 του νόμου (βλ. στην ερώτηση 238). (άρθρο 78 παρ.4)

14. Πότε κλητεύεται ο οφειλέτης;
Στη συζήτηση της αίτησης κλητεύεται ο οφειλέτης δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο, εφόσον αυτή υποβάλλεται από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην ερώτηση 145 ( παρ. 1 του άρθρου 79), άλλως η συζήτηση είναι απαράδεκτη. (άρθρο 78 παρ. 5)

15. Σε ποια διεύθυνση γίνεται η κλήτευση του οφειλέτη-νομικού προσώπου;
Αν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και σύμφωνα με τα στοιχεία του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (Γ.ΕΜ.Η.) δεν έχει διοίκηση, η κλήτευση λογίζεται νομίμως γενομένη εάν γίνει στην τελευταία καταχωρημένη στο Γ.ΕΜ.Η. διεύθυνση του νομικού προσώπου, ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση σύμφωνα με τη δήλωση φόρου εισοδήματος, ή αν δεν υπάρχει, ως αγνώστου διαμονής κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. (άρθρο 78 παρ. 5)

16. Πού καταχωρείται η κλήτευση του οφειλέτη;
Σε κάθε περίπτωση η κλήτευση καταχωρείται στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας. (άρθρο 78 παρ. 5)

17. Μπορεί να κλητευθούν και η σημαντικότεροι μέτοχοι ή εταίροι;

Το δικαστήριο κατά τον προσδιορισμό της δικασίμου μπορεί να διατάξει την κλήτευση των σημαντικότερων μετόχων ή εταίρων, αν είναι γνωστοί. Τη διαδικασία της παρούσας μπορεί να εκκινήσουν και πιστωτές μέσω διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, πριν από την εκδίκαση της αίτησης πτώχευσης. Αντίστοιχη διαδικασία ακολουθείται και για τα φυσικά πρόσωπα αγνώστου διαμονής. (άρθρο 78 παρ. 5)

18. Μπορεί να το δικαστήριο να διατάξει την κλήτευση και άλλων προσώπων;
Το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 748 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας να διατάξει την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών του οφειλέτη, ορίζοντας ταυτόχρονα και την προθεσμία της κλήτευσης, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών, καθώς και την καταχώρηση της. (άρθρο 78 παρ. 6)

19. Πώς κηρύσσεται η πτώχευση;
Η πτώχευση κηρύσσεται μετά από αίτηση ενός ή περισσοτέρων πιστωτών με έννομο συμφέρον, καθώς και μετά από αίτηση του εισαγγελέα πρωτοδικών, εφόσον τούτο δικαιολογείται από λόγους δημόσιου συμφέροντος, ή μετά από αίτηση του οφειλέτη. (άρθρο 79 παρ.1)

20. Πότε η αίτηση μπορεί να περιέχει αίτημα για εκποίηση του συνόλου ή μέρους της επιχείρησης;
Όταν η αίτηση υποβάλλεται από πιστωτή ή πιστωτές του οφειλέτη, οι οποίοι εκπροσωπούν το τριάντα τοις εκατό (30%) τουλάχιστον του συνόλου των απαιτήσεων σε βάρος του οφειλέτη, στους οποίους περιλαμβάνονται ενέγγυοι πιστωτές που εκπροσωπούν τουλάχιστον το είκοσι τοις εκατό (20%) τουλάχιστον των ενέγγυων, και εφόσον πρόκειται για επιχείρηση και δεν είναι πτώχευση μικρού αντικειμένου, μπορεί να περιέχει αίτημα για εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή των επιμέρους λειτουργικών συνόλων αυτής με τη διαδικασία των άρθρων 157 επ (βλ. ερώτηση 258). (άρθρο 79 παρ.1)

21. Πότε μπορεί να υποβληθεί πρόσθετη παρέμβαση με αίτημα για εκποίηση του συνόλου ή μέρους της επιχείρησης και από ποιόν;
Όταν υποβάλλεται αίτηση πτώχευσης χωρίς την υποβολή του αιτήματος του προηγούμενου εδαφίου, είναι δυνατόν να υποβάλει πρόσθετη παρέμβαση πιστωτής ή πιστωτές του οφειλέτη με αίτημα για εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή των επιμέρους λειτουργικών συνόλων αυτής, εφόσον εκπροσωπείται το τριάντα τοις εκατό (30%) τουλάχιστον του συνόλου των απαιτήσεων σε βάρος του οφειλέτη, εξαιρουμένων των απαιτήσεων συνδεδεμένων μερών προς τον οφειλέτη κατά την έννοια του Παραρτήματος

Α΄του ν. 4308/2014 (Α΄ 251), στους οποίους περιλαμβάνονται ενέγγυοι πιστωτές που εκπροσωπούν το είκοσι τοις εκατό (20%) τουλάχιστον των ενέγγυων. (άρθρο 79 παρ.1)

22. Πώς γίνεται ο υπολογισμός των αιτούντων πιστωτών για τις ανάγκες του αιτήματος εκποίησης του συνόλου ή μέρους της επιχείρησης;
Ο υπολογισμός του ποσοστού των αιτούντων πιστωτών για τις ανάγκες του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 79 (βλ. ανωτέρω ερώτηση 145) γίνεται με βάση κατάσταση πιστωτών που συντάσσεται από κάτοχο άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α΄ ή Β΄ Τάξεως του ν. 2515/1997 (Α΄ 154) ή ορκωτό ελεγκτή λογιστή, βασίζεται στις δημοσιευμένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις ή/και τα βιβλία και στοιχεία του οφειλέτη ή/και των αιτούντων πιστωτών και αποτυπώνεται σε βεβαίωση του συντάκτη ότι συντρέχει η προϋπόθεση του ποσοστού του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 79 (βλ. ανωτέρω ερώτηση 145). Η βεβαίωση αυτή επισυνάπτεται στην αίτηση πτώχευσης με ποινή απαράδεκτου του αιτήματος για εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή των επιμέρους λειτουργικών συνόλων αυτής. Κοινοπρακτούντες και ομολογιούχοι πιστωτές συμμετέχουν στον σχηματισμό του ποσοστού του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 79 (βλ. ανωτέρω ερώτηση 145) γίνεται και εκπροσωπούνται σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας ή κατά περίπτωση του προγράμματος ομολογιακού δανείου. (άρθρο 79 παρ.2)

23. Ποια στοιχεία του οφειλέτη πρέπει να περιλαμβάνονται στην αίτηση πτώχευσης; Στην αίτηση πρέπει να αναγράφονται το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, η επωνυμία, ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.), καθώς και η διεύθυνση, όπου ο οφειλέτης έχει την κατοικία του ή κατά περίπτωση το κέντρο των κύριων συμφερόντων του και τις τυχόν δευτερεύουσες εγκαταστάσεις του. Επίσης στην αίτηση που αφορά έμπορο πρέπει να αναγράφεται και ο αριθμός Γενικού Εμπορικού Μητρώου του οφειλέτη. Αν τα στοιχεία αυτά δεν έχουν αναγραφεί ή δεν συμπληρώθηκαν, κατά το άρθρο 227 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. (άρθρο 79 παρ.3)

24. Πρέπει να περιέχει η αίτηση πτώχευσης και στοιχεία για τον σύνδικο;
Η αίτηση πρέπει να αναφέρει τον προτεινόμενο σύνδικο με το όνομα, επώνυμο, και τη διεύθυνση αυτού και η αίτηση να συνοδεύεται από έγγραφη δήλωση του υποψήφιου συνδίκου ότι αποδέχεται τον διορισμό και από δήλωσή του περί μη υπάρξεως κωλύματος. Δεν απαιτείται η αναφορά του προτεινόμενου συνδίκου, εφόσον την αίτηση υποβάλλει ο οφειλέτης και η αίτηση περιέχει δήλωση ότι δεν κατέστη δυνατή η ανεύρεση υποψήφιου συνδίκου που να αποδεχθεί τον διορισμό. (άρθρο 79 παρ.4)

25. Πότε ο οφειλέτης πρέπει να υποβάλει την αίτηση για την κήρυξη της πτώχευσης;
Ο οφειλέτης υποχρεούται να υποβάλει, χωρίς υπαίτια βραδύτητα, πάντως το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες, αφότου συντρέξουν οι προϋποθέσεις της παύσης πληρωμών (βλ. ανωτέρω ερώτηση 131), αίτησηπρος το πτωχευτικό δικαστήριο για την κήρυξη της πτώχευσης. (άρθρο 79 παρ.5)

26. Ποια στοιχεία υποχρεούται να καταθέσει με την αίτησή του ο οφειλέτης;
Με την αίτησή του ο οφειλέτης υποχρεούται να καταθέσει, με ποινή απαραδέκτου, τις οικονομικές του καταστάσεις, εφόσον υπάρχουν, για την τελευταία χρήση για την οποία είναι διαθέσιμες και βεβαίωση της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας για τα χρέη του οφειλέτη προς το Δημόσιο. Στην βεβαίωση αυτή πιστοποιείται ότι περιλαμβάνονται όλες οι βεβαιωμένες οφειλές του αιτούντα, ατομικές και από εκ του νόμου συνοφειλή, καθώς και τυχόν φορολογικές εκκρεμότητες αυτού. (άρθρο 79 παρ.6)

27. Ποια στοιχεία κατατίθενται σε περίπτωση μη δημοσίευσης χρηματοοικονομικών καταστάσεων;
Σε περίπτωση αίτησης φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο δεν δημοσιεύει χρηματοοικονομικές καταστάσεις, με την αίτηση κατατίθεται επί ποινή απαραδέκτου η τελευταία δήλωση φόρου εισοδήματος, η δήλωση στοιχείων ακινήτων, κατάσταση των πιστωτών του και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, η κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα. (άρθρο 79 παρ.6)

28. Ποια η ευθύνη του οφειλέτη για τα δηλούμενα στοιχεία;
Ο οφειλέτης υπέχει ως προς τα παραπάνω δηλούμενα στοιχεία ευθύνη σύμφωνα με το άρθρο 952 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. (άρθρο 79 παρ.6)

29. Πώς βεβαιώνονται τυχόν επιπρόσθετα στοιχεία στην αίτηση του οφειλέτη;
Η αίτηση μπορεί να συνοδεύεται και από άλλα έγγραφα που στηρίζουν τα παρεχόμενα από τον οφειλέτη στοιχεία, βεβαιωμένα ως προς την ακρίβεια του περιεχομένου τους από τον υπεύθυνο για τη διεύθυνση του λογιστηρίου, όπου υπάρχει, και από τον νόμιμο εκπρόσωπο του οφειλέτη, εφόσον η αίτηση αφορά νομικό πρόσωπο. (άρθρο 79 παρ.6)

30. Γίνονται ηλεκτρονικά αντίγραφα δεκτά;

Εφόσον η αίτηση γίνεται ηλεκτρονικά μέσω του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας, τα έγγραφα μπορούν να υποβάλλονται σε ηλεκτρονικό αντίγραφο. (άρθρο 79 παρ.6)

31. Ο οφειλέτης παρέχει συναίνεση πρόσβασης και άρσης του απορρήτου με την αίτηση και για ποια στοιχεία;
Ως προς τα απαιτούμενα στοιχεία που ευρίσκονται σε βάσεις δεδομένων του δημόσιου τομέα ή των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, η αίτηση περιλαμβάνει συναίνεση πρόσβασης στα αρχεία αυτά για κάθε πρόσωπο με έννομο συμφέρον καθώς και συναίνεση για άρση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων του ν.δ. 1059/1971 (Α΄ 270), καθώς και του φορολογικού απορρήτου. Την ίδια συναίνεση πρόσβασης σε κάθε πρόσωπο με έννομο συμφέρον παρέχει ο οφειλέτης και ως προς κατατεθέντα συνοδευτικά έγγραφα. (άρθρο 79 παρ.6)

32. Πού μπορεί να αναζητήσει κανείς την αίτηση και το σύνολο των συνοδευτικών εγγράφων;
Η αίτηση και το σύνολο των συνοδευτικών εγγράφων δημοσιεύονται στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας.(άρθρο 79 παρ.7)

33. Ποιο είναι το κόστος για την κατάθεση της αίτησης πτώχευσης;
Με την επιφύλαξη των διατάξεων για τις αιτήσεις πτωχεύσεων μικρού αντικειμένου που υποβάλλονται από τον οφειλέτη, στην αίτηση επισυνάπτεται σε πρωτότυπο, με ποινή απαραδέκτου αυτής, γραμμάτιο κατάθεσης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων πεντακοσίων (500) ευρώ για την αντιμετώπιση των πρώτων εξόδων της πτώχευσης. Το ποσό αναλαμβάνεται από τον σύνδικο με άδεια του εισηγητή. Ο αιτών ικανοποιείται ως ομαδικός πιστωτής για το προκαταβληθέν ποσό. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης ή παραίτησης από το δικόγραφο, το ποσό επιστρέφεται στον αιτούντα. (άρθρο 79 παρ.8)

34. Πότε το πτωχευτικό δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση;
Το πτωχευτικό δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση, εάν δεν συντρέχουν οι υποκειμενικές ή οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για την κήρυξη της πτώχευσης (βλ. και επόμενη ερώτηση) (άρθρο 80 παρ.1)

35. Πότε είναι καταχρηστική η αίτηση πτώχευσης;
Επίσης, το πτωχευτικό δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση, εάν αποδειχθεί ότι αυτή ασκείται καταχρηστικά. Καταχρηστική είναι η αίτηση ιδίως, εάν ο πιστωτής την χρησιμοποιεί ως υποκατάστατο διαδικασίας ατομικής ικανοποίησης ή προς επιδίωξη σκοπών άσχετων με την

πτώχευση, ως θεσμό συλλογικής εκτέλεσης, καθώς και εάν ο οφειλέτης την υποβάλλει προς το σκοπό δόλιας αποφυγής πληρωμής των χρεών του. (άρθρο 80 παρ.2)

36. Ποια τα δικαιώματα των διαδίκων εάν αποδειχθεί ότι η αίτηση είναι καταχρηστική;
Στην περίπτωση που συντρέχουν οι όροι της καταχρηστικής αιτήσεως (άρθρο 80 παρ.2), το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί, μετά από αίτηση όποιου από τους διαδίκους έχει έννομο συμφέρον, να επιδικάσει αποζημίωση σε βάρος εκείνου που υπέβαλε την αίτηση. (άρθρο 80 παρ.3)

37. Ποιο είναι το περιεχόμενο της απόφασης;
Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για τις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου (Έκτο Μέρος του Δεύτερου Βιβλίουτου νόμου), με την απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση το πτωχευτικό δικαστήριο διορίζει εισηγητή, δικαστή και σύνδικο της πτώχευσης και διατάσσει τη σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας. (άρθρο 81 παρ1.)

38. Με την απόφαση της πτώχευσης αποφαίνεται το δικαστήριο για την εκποίηση των στοιχείων ή της επιχείρησης;
Με την ίδια απόφαση και εφόσον έχει κατατεθεί σχετικό αίτημα, σύμφωνα με τις παρ.1 και 2 του άρθρου 79 του νόμου(βλ. ανωτέρω ερωτήσεις 144-148), και πιθανολογείται από το δικαστήριο ότι με τον τρόπο αυτό θα βελτιωθεί η ανάκτηση των πιστωτών, το πτωχευτικό δικαστήριο αποφαίνεται περί της εκποίησης των κατ’ ιδίαν περιουσιακών στοιχείων ή περί της εκποίησης του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή των επιμέρους λειτουργικών συνόλων αυτής. Για την πιθανολόγηση του αν η αιτούμενη διαδικασία ρευστοποίησης βελτιώνει την ανάκτηση των πιστωτών, το δικαστήριο λαμβάνει κυρίως υπόψη του τις απόψεις των πιστωτών που συμμετέχουν στη διαδικασία, οι οποίες σταθμίζονται σε συνάρτηση με το ύψος των απαιτήσεων καθενός από αυτούς. (άρθρο 81 παρ1.)

39. Ποιο είναι το περιεχόμενο της απόφασης όταν η κηρύσσεται η πτώχευση μετά από αίτηση του οφειλέτη;
Επί πτώχευσης που κηρύσσεται κατόπιν αίτησης του οφειλέτη και εφόσον δεν ασκηθεί παρέμβαση, η απόφαση που κάνει δεκτή την αίτηση περιέχει συνοπτική μόνο αιτιολογία. (άρθρο 81 παρ.2)

40. Ποια θεωρείται η ημέρα παύσης πληρωμών;

Στην απόφαση προσδιορίζεται και η ημέρα παύσης των πληρωμών η οποία τεκμαίρεται ότι είναι η τριακοστή ημερολογιακή ημέρα που προηγείται της υποβολής της αίτησης πτώχευσης ή, σε περίπτωση κήρυξης της πτώχευσης σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 77 του νόμου (βλ. σχετική ερώτηση 132), η ημέρα υποβολής της αίτησης πτώχευσης. (άρθρο 81 παρ.2)

41. Μπορεί το δικαστήριο να ορίσει και προγενέστερη ημερομηνία ως ημέρα παύσης πληρωμών;
Σε περίπτωση όμως που πιθανολογείται από τα διαθέσιμα στοιχεία ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε αδυναμία εξυπηρέτησης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών του υποχρεώσεων κατά τρόπο γενικό και μόνιμο σε προγενέστερη ημερομηνία, το δικαστήριο ορίζει την προγενέστερη αυτή ημερομηνία ως ημέρα παύσης πληρωμών, η οποία δεν μπορεί να απέχει πέραν της διετίας από την ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης ή, σε περίπτωση θανάτου του οφειλέτη, πέραν του έτους πριν το θάνατο. (άρθρο 81 παρ.2)

42. Πότε εφαρμόζεται η απόφαση;
Η απόφαση είναι αμέσως εκτελεστή και δεν επιτρέπεται δικαστική αναστολή της με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου. (άρθρο 81 παρ.3)

43. Μπορεί να γίνει αναστολή της εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη;
Το δικαστήριο που δικάζει ανακοπή, έφεση ή αναίρεση κατά της απόφασης μπορεί να αναστείλει την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη από τον σύνδικο. (άρθρο 81 παρ.3)

44. Ποια μέσα (ένδικα βοηθήματα) υπάρχουν για την απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση και ποια η διαδικασία για την άσκησή τους;
Η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση υπόκεινται σε ανακοπή. Η ανακοπή απευθύνεται κατά του συνδίκου και ασκείται ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση από τον οφειλέτη και οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης. (άρθρο 82)

45. Μπορεί να ανακληθεί η απόφαση της πτώχευσης από τον οφειλέτη και υπό ποιες προϋποθέσεις;
Η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση μπορεί να ανακληθεί μετά από αίτηση του οφειλέτη από το δικαστήριο που κήρυξε την πτώχευση, εφόσον ικανοποιήθηκαν ή

συναινούν οι πιστωτές που μετείχαν στη διαδικασία κήρυξης της πτώχευσης, καθώς και εκείνοι που προκύπτουν από το φάκελο. (άρθρο 83 παρ.1)

46. Πώς αποδεικνύεται η ικανοποίηση και η συναίνεση των πιστωτών;
Η ικανοποίηση και η συναίνεση των πιστωτών αποδεικνύεται μόνο εγγράφως, με βεβαιωμένη τη γνησιότητα της υπογραφής τους από δημόσια αρχή. (άρθρο 83 παρ.1)

47. Μπορεί να ανακληθεί η πτώχευση από άλλο πρόσωπο;
Η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση μπορεί να ανακληθεί και με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή με πρόταση του εισηγητή, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 758 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας Ο εισηγητής υποβάλλει έκθεση στο πτωχευτικό δικαστήριο. (άρθρο 83 παρ.1)

48. Μέχρι πότε μπορεί να υποβληθεί η αίτηση ανάκλησης;
Η αίτηση ανάκλησης μπορεί να υποβληθεί μέχρι την περάτωση της πτώχευσης κατά το άρθρο 189 του νόμου(βλ. κατωτέρω ερωτήσεις 277-278). (άρθρο 83 παρ.2)

49. Από πότε ισχύει η απόφαση για την ανάκληση;
Η απόφαση για την ανάκληση, μετά από αίτηση του οφειλέτη (βλ. ανωτέρω ερώτηση 170),έχει αναδρομική ισχύ και από τη δημοσίευση της η πτώχευση θεωρείται ότι δεν κηρύχθηκε ποτέ. Η ανάκληση κατά το τρίτο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 83 του νόμου(βλ. ερώτηση 172) δεν έχει αναδρομική ισχύ, εκτός αν το ορίσει ειδικά το πτωχευτικό δικαστήριο. (άρθρο 83 παρ.2)

50. Ποιες πράξεις δεν θίγονται από την ανάκληση;

Σε κάθε περίπτωση, από την ανάκληση δεν θίγονται οι πράξεις που έγκυρα ενεργήθηκαν κατά τη διάρκεια της ισχύος της πτωχευτικής απόφασης. (άρθρο 83 παρ.3)

51. Δημοσιεύεται η απόφαση ανάκλησης και υπάρχουν ένδικα βοηθήματα κατά της απόφασης αυτής;
Η περί ανακλήσεως απόφαση δημοσιεύεται. Ανακοπή ερημοδικίας και τριτανακοπή ασκούνται εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευσή της. Κατά τα λοιπά, ισχύουν τα προβλεπόμενα στις διατάξεις των άρθρων 758 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, (άρθρο 83 παρ.4)

52. Ποιος επιμελείται των δημοσιεύσεων και των καταχωρήσεων που αφορούν την πτώχευση;
Περιλήψεις των αιτήσεων πτώχευσης, των αποφάσεων που κηρύσσουν ή ανακαλούν την πτώχευση ή παύουν τις εργασίες της πτωχεύσεως καθώς και κάθε άλλη πρόσκληση ή πράξη που προβλέπεται στον παρόντα νόμο, δημοσιεύονται με την επιμέλεια του συνδίκου, του οφειλέτη ή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον. (άρθρο 84 παρ.1)

53. Πού γίνονται οι δημοσιεύσεις, δημοσιοποιήσεις ή καταχωρήσεις σύμφωνα με το νέο πτωχευτικό κώδικα;
Όπου στον παρόντα νόμο προβλέπεται δημοσίευση, δημοσιοποίηση ή καταχώρηση, εκτός αν άλλως ρητά προβλέπεται στην οικεία διάταξη, εννοείται καταχώρηση στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας.Εφόσον προβλέπεται σχετικά, η καταχώρηση γίνεται και στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο. (άρθρο 84 παρ.2)

54. Ποια η σημασία της ημερομηνίας καταχώρισης στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας;
Όπου στον παρόντα νόμο γίνεται αναφορά σε προθεσμία που εξαρτάται από τη δημοσίευση, δημοσιοποίηση ή καταχώρηση εννοείται η ημερομηνία καταχώρησης στο Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας. (άρθρο 84 παρ.2)

55. Η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση καταχωρείται;

Η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση, καταχωρείται ατελώς στο υποθηκοφυλακείο ή στο κτηματολόγιο, στο οποίο έχουν καταχωρηθεί εμπράγματα δικαιώματα του οφειλέτη επί ακινήτων (π.χ. κυριότητα, υποθήκη, κτλ)
Σε περίπτωση εκποίησης ή αποδέσμευσης των ακινήτων από τον σύνδικο ή τον ενυπόθηκο δανειστή, το υποθηκοφυλακείο ή κτηματολογικό γραφείο προβαίνει στη διαγραφή της καταχώρησης, έπειτα από αίτηση του συνδίκου συνοδευόμενη από την σύμβαση αγοραπωλησίας ή τη σύμφωνη γνώμη του ενυπόθηκου δανειστή.(άρθρο 85)

56. Πώς προστατεύονται οι πιστωτές του οφειλέτη μετά την υποβολή της αίτησης πτώχευσης και μέχρι την δημοσίευση στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας της απόφαση για κήρυξη της πτώχευσης;
Μετά την υποβολή της αίτησης για κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση, ο πρόεδρος του αρμόδιου πτωχευτικού δικαστηρίου, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών

μέτρων (άρθρα 682 επ. Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), μετά από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να διατάξει την απαγόρευση οποιασδήποτε διάθεσης περιουσιακού στοιχείου από ή προς τον οφειλέτη, την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών ή να ορίσει μεσεγγυούχο, με σκοπό να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της, μέχρι να δημοσιευθεί στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας η απόφαση επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης
Η παροχή των ως άνω προληπτικών μέτρων συνεπάγεται την αυτοδίκαιη άρση κάθε υφιστάμενου μέτρου προστασίας των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, ιδίως βάσει των διατάξεων του ν. 3869/2010 (Α` 130) και του ν. 4605/2019 (Α` 52), καθώς και την κατάργηση κάθε σχετικής εκκρεμούς διαδικασίας.
Τα διατασσόμενα μέτρα παύουν αυτοδικαίως με τη δημοσιοποίηση της απόφασης του δικαστηρίου επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης, στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας.(άρθρο 86)

57. Πώς εκτελείται η σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας; Μπορεί να σφραγιστεί η κατοικία του οφειλέτη;
Αρμόδιος για τη σφράγιση είναι ο σύνδικος της πτώχευσης, ο οποίος υποχρεούται να εκτελέσει τη σφράγιση μέσα σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες, θέτεοντας σφραγίδες στις θύρες και τα παράθυρα του καταστήματος του οφειλέτη και των λοιπών ακινήτων του, καθώς και επί των κινητών του που βρίσκονται εκτός κλειστού χώρου, ώστε να μην είναι δυνατή η είσοδος στα ακίνητα ή η αφαίρεση κινητών, χωρίς την καταστροφή των σφραγίδων.
Δεν μπορεί να σφραγιστεί η κατοικία του οφειλέτη και της οικογένειας του ή τα κινητά που σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 953 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας είναι ακατάσχετα, ήτοι όσα είναι απολύτως απαραίτητα για τις στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του.
Ο σύνδικος θέτει προθεσμία έξι (6) μηνών στον οφειλέτη για την απόδοση της κατοχής της κατοικίας του.

a. Η σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας εμποδίζει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης απόδοσης μισθίου;

Η σφράγιση δεν εμποδίζει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης που διατάσσει για οποιονδήποτε λόγο την απόδοση του μισθίου στον εκμισθωτή. Μεσεγγυούχος των πραγμάτων που ευρίσκονται στο μίσθιο είναι ο εκμισθωτής, μέχρι να παραληφθούν αυτά από τον σύνδικο.

(άρθρο 87)

58. Πού και πότε γίνονται οι επιδόσεις, κοινοποιήσεις, γνωστοποιήσεις προς τον οφειλέτη;
Οι επιδόσεις, κοινοποιήσεις, γνωστοποιήσεις ή ειδοποιήσεις προς τον οφειλέτη γίνονται πάντοτε εγγράφως και μόνο προς τον αντίκλητο που έχει νομίμως διορισθεί με δήλωσή του οφειλέτη προς τον γραμματέα του πτωχευτικού δικαστηρίου. Αν δεν έχει διορισθεί αντίκλητος, καθώς και στην περίπτωση μη ύπαρξης νόμιμης εκπροσώπησης νομικών προσώπων, η ειδοποίηση γίνεται με δημοσιοποίηση.
Οι κοινοποιήσεις, επιδόσεις και ειδοποιήσεις, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, γίνονται τρεις
(3) ημέρες πριν την εκάστοτε ενέργεια. (άρθρο 88)

59. Τα έξοδα που επιδικάζονται στις πτωχευτικές δίκες ποιον βαρύνουν;

Στις πτωχευτικές δίκες τα έξοδα που επιδικάζονται σε βάρος του οφειλέτη ή του συνδίκου βαρύνουντην πτωχευτική περιουσία.(άρθρο 89)

60. Μετά την κήρυξη της πτώχευσης ποια εκ των δικαιωμάτων του στερείται ο οφειλέτης; Μπορεί να συνεχίσει να εξασκεί το επάγγελμά του;
Ο οφειλέτης-φυσικό πρόσωπο από την κήρυξη της πτώχευσης στερείται μόνο εκείνων των δικαιωμάτων του προσωπικής φύσεως, που προβλέπουν ειδικές διατάξεις νόμων. Εκτός αν άλλως προβλέπεται, η πτώχευση δεν είναι λόγος στέρησης άδειας άσκησης επαγγέλματος.
(άρθρο 91)

61. Τι περιλαμβάνει η πτωχευτική περιουσία; Περιλαμβάνονται και τα εισοδήματα του οφειλέτη μετά την κήρυξη της πτώχευσης;
Η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας που ανήκει στον οφειλέτη κατά την κήρυξη της πτώχευσης, οπουδήποτε και αν βρίσκεται. Δεν ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία τα ακατάσχετα ή εξαιρούμενα με ειδικές διατάξεις νόμων, περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη.
Στην πτωχευτική περιουσία ανήκουν τα λογιστικά αρχεία και τα λογιστικά στοιχεία του οφειλέτη.
Σε περίπτωση οφειλέτη φυσικού προσώπου, από την κήρυξη της πτώχευσης μέχρι την απαλλαγή του οφειλέτη, στην πτωχευτική περιουσία ανήκει το μέρος του ετησίου εισοδήματός του που υπερβαίνει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης.

Τα ετήσια εισοδήματα του οφειλέτη εξαιρούνται της πτωχευτικής περιουσίας ανεξαρτήτως ύψους, όταν, έπειτα από αίτησή του, το πτωχευτικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει την κύρια κατοικία του οφειλέτη ή/και άλλα πάγια περιουσιακά του στοιχεία που υπερβαίνουν σε αξία το δέκα τοις εκατό (10%) των συνολικών του υποχρεώσεων και η ελάχιστη αξία τους δεν υπολείπεται των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, εξαιρουμένων όσων έχουν αποκτηθεί στην διάρκεια των δώδεκα (12) μηνών που προηγούνται της υποβολής της αίτησης πτώχευσης. Σε περίπτωση όμως που τα ετήσια εισοδήματά του οφειλέτη υπερβαίνουν το πενταπλάσιο των ευλόγων δαπανών διαβίωσης, το υπερβάλλον ποσό ανήκει στην πτωχευτική περιουσία.(άρθρο 92 παρ.1, 2, 3 και 6)

62. Τι γίνεται σε περίπτωση που αλλάξει το ύψος των εισοδημάτων του οφειλέτη;

Σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής του εισοδήματος του οφειλέτη, ο οφειλέτης ή ο σύνδικος μπορεί να υποβάλει αίτηση, με αίτημα να μεταβάλει ο εισηγητής τους όρους του σχεδίου περιοδικών πληρωμών για να ληφθούν υπόψη οι ουσιώδεις μεταβολές του εισοδήματος του οφειλέτη. Τεκμαίρεται ουσιώδης η μεταβολή που υπερβαίνει ποσοστό τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) του ετήσιου εισοδήματος του οφειλέτη.(άρθρο 92 παρ.4)

63. Πώς προσδιορίζονται οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης;

Οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης προσδιορίζονται ετησίως σύμφωνα με την εκάστοτε απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, με βάση τα ετήσια στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.(άρθρο 73 παρ. 2 του ν. 4389/2016)

64. Η περιουσία του/της συζύγου του οφειλέτη περιλαμβάνεται στην πτωχευτική περιουσία;
Εάν μεταξύ των συζύγων ισχύει το σύστημα κοινοκτημοσύνης, η κοινή περιουσία καταλαμβάνεται από την πτωχευτική απαλλοτρίωση, ως χωριστή περιουσία και από αυτήν ικανοποιούνται:
– κάθε υποχρέωση που αναλαμβάνει ο ένας σύζυγος, μέσα στα όρια της διαχειριστικής του εξουσίας, για τη διαχείριση αυτής της περιουσίας
– κάθε υποχρέωση που αναλαμβάνει ο ένας σύζυγος για τις ανάγκες της οικογένειας

– κάθε υποχρέωση που αναλαμβάνουν και οι δύο σύζυγοι.

Επίσης, η κοινή περιουσία είναι υπέγγυα και έως το μισό της αξίας της, και απέναντι στους ατομικούς δανειστές του κάθε συζύγου, εφόσον δεν είναι δυνατή η ικανοποίησή τους από την ατομική περιουσία του: 1. για υποχρεώσεις που αυτός ανέλαβε μόνος του για τη

διαχείριση της περιουσίας αυτής πέρα από τα όρια της διαχειριστικής του εξουσίας• 2. για ατομικά χρέη του, οποτεδήποτε και αν αυτά γεννήθηκαν. (άρθρο 92 παρ.7)

65. Περιλαμβάνεται στην πτωχευτική περιουσία η περιουσία που αποκτά ο οφειλέτης μετά την κήρυξη της πτώχευσης;
Δεν περιλαμβάνεται στην πτωχευτική περιουσία η περιουσία που αποκτά ο οφειλέτης μετά την κήρυξη της πτώχευσης.
Εάν όμως μετά την κήρυξη της πτώχευσης γεννώνται ή αναπτύσσονται τόκοι και άλλες περιοδικές παροχές, καθώς και παρεπόμενες αξιώσεις ή δικαιώματα που προέρχονται από έννομη σχέση που υπήρχε πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ακόμα και σε περίπτωση που έχουν κατασχεθεί, ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία. (άρθρο 92 παρ.8)

66. Μετά την κήρυξη της πτώχευσης ποιος αναλαμβάνει την διοίκηση της πτωχευτικής περιουσίας;
Από την κήρυξη της πτώχευσης επέρχεται πτωχευτική απαλλοτρίωση, ήτοι ο οφειλέτης χάνει αυτοδικαίως την διοίκηση (διαχείριση και διάθεση) της περιουσίας του, την οποία ασκεί μόνος ο σύνδικος. Μετά την κήρυξη της πτώχευσης, πράξεις διαχείρισης ή διάθεσης στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, χωρίς τη σύμπραξη του συνδίκου, είναι ανενεργές και απαγορεύεται να καταχωρηθούν σε δημόσια βιβλία οποιασδήποτε φύσεως, χωρίς τη γραπτή έγκριση του συνδίκου. Ο οφειλέτης δεν νομιμοποιείται, μετά την κήρυξη της πτώχευσης, σε δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία, αλλά έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει προσθέτως στις δίκες που διεξάγει ο σύνδικος. (άρθρο 93 παρ.7)

67. Πότε ανατίθεται η διοίκηση της πτωχευτικής περιουσίας στον οφειλέτη;

Το πτωχευτικό δικαστήριο, μετά από αίτηση του οφειλέτη, και εφόσον συναινεί η συνέλευση των πιστωτών, μπορεί να αποφασίσει την ανάθεση στον ίδιο τον οφειλέτη της διοίκησης και ιδίως της διαχείρισης και της διάθεσης της πτωχευτικής περιουσίας, με ή χωρίς περιοριστικούς όρους, πάντοτε με τη σύμπραξη του συνδίκου. Η σύμπραξη του συνδίκου μπορεί να συνίσταται σε γενικές άδειες διενέργειας πράξεων ή κατηγοριών πράξεων.
Εάν όμως επιβάλλεται από το συμφέρον των πιστωτών, ο σύνδικος μπορεί με αίτησή του προς το πτωχευτικό δικαστήριο, να αφαιρέσει από τον οφειλέτη τη διοίκηση της πτωχευτικής περιουσίας. Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα διοίκησης περιέρχεται μόνον στον σύνδικο. (άρθρο 94)

68. Υποχρεούται ο οφειλέτης να ενημερώνει και να συνεργάζεται με τον σύνδικο;

Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να ενημερώνει τον σύνδικο και να συνεργάζεται μαζί του για οποιοδήποτε θέμα σχετίζεται με την πτώχευση. Η ίδια υποχρέωση βαρύνει και τους πληρεξούσιους του οφειλέτη κατά την προηγούμενη της κήρυξης της πτώχευσης διετία, πλην των δικηγόρων του, εκτός αν υπάρχει συναίνεση του οφειλέτη.
Εφόσον ο οφειλέτης ασκεί δραστηριότητα για την οποία τηρεί λογιστικά αρχεία και λογιστικά στοιχεία, υποχρεωτικά και μη, υποχρεούται να τα θέσει στη διάθεση του συνδίκου. (άρθρο 95)

69. Ποιοι θεωρούνται πτωχευτικοί πιστωτές και ποιοι ομαδικοί;

Πτωχευτικός πιστωτής είναι εκείνος που κατά την κήρυξη της πτώχευσης έχει κατά του οφειλέτη γεννημένη και δικαστικώς επιδιώξιμη χρηματική ενοχική απαίτηση. Eιδικότερα:
α) ανέγγυος πιστωτής είναι εκείνος η απαίτηση του οποίου δεν διασφαλίζεται με προνόμιο ή εμπράγματη ασφάλεια,
β) γενικός προνομιούχος πιστωτής είναι εκείνος η απαίτηση του οποίου ικανοποιείται προνομιακά από το σύνολο της πτωχευτικής περιουσίας,
γ) ενέγγυος πιστωτής είναι εκείνος η απαίτηση του οποίου εξασφαλίζεται με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματη ασφάλεια επί συγκεκριμένου αντικειμένου της πτωχευτικής περιουσίας και
δ) πιστωτής τελευταίας σειράς είναι εκείνος η απαίτηση του οποίου ικανοποιείται από την πτωχευτική περιουσία μετά από την ικανοποίηση των ανέγγυων πιστωτών.

Ομαδικός πιστωτής είναι ο πιστωτής του οποίου η απαίτηση γεννήθηκε ή ανάγεται σε χρόνο μετά την πτώχευση και προέρχεται από την δραστηριότητα του συνδίκου ή του οφειλέτη ή συνδέεται με τα στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. Οι απαιτήσεις των ομαδικών πιστωτών ικανοποιούνται από την πτωχευτική και από τη μεταπτωχευτική περιουσία. (άρθρο 96 παρ. 1,3 και 4)

70. Ποια θεωρούνται πτωχευτικά χρέη προς το Δημόσιο;

Πτωχευτικά χρέη προς το Δημόσιο είναι οι απαιτήσεις του Δημοσίου κατά του οφειλέτη, οι οποίες γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο πριν την κήρυξη της πτώχευσης, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσής τους. (άρθρο 96 παρ.2)

71. Τι γίνεται με τις απαιτήσεις των πιστωτών που τελούν υπό αίρεση;

Απαιτήσεις υπό διαλυτική αίρεση, θεωρούνται ως μη τελούσες υπό αίρεση για όσο χρόνο η αίρεση δεν πληρούται,. Σε περίπτωση πλήρωσης της αίρεσης κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας, ο πιστωτής υποχρεούται να επιστρέψει τα τυχόν καταβληθέντα σ’ αυτόν.
Απαιτήσεις υπό αναβλητική αίρεση κατατάσσονται πίνακα διανομής τυχαία. (άρθρο 97)

72. Τι γίνεται με τις μη ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις των πιστωτών;

Εάν κατά την κήρυξη της πτώχευσης υπάρχουν μη ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις κατά του οφειλέτη, πλην εκείνων των ενέγγυων πιστωτών, θεωρούνται ότι έληξαν και μειώνονται κατά το ποσό του νόμιμου τόκου που αντιστοιχεί στο διάστημα από την κήρυξη της πτώχευσης μέχρι την πραγματική λήξη τους ως προς αυτόν.
Οι απαιτήσεις των ενέγγυων πιστωτών καθίστανται απαιτητές κατά την πραγματική λήξη τους. (άρθρο 98)

73. Μετά την κήρυξη της πτώχευσης εξακολουθούν να παράγονται τόκοι επί των απαιτήσεων των πιστωτών;
Από την κήρυξη της πτώχευσης οι απαιτήσεις των πιστωτών παύουν να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. Η ως άνω παύση δεν ισχύει για τους συνοφειλέτες και τους εγγυητές. (άρθρο 99)

74. Πότε επέρχεται αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πτωχευτικών πιστωτών κατά του οφειλέτη;
Από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πτωχευτικών πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ’ αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής φύσεως, ή η εκτέλεση τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας, συμπεριλαμβανομένων και των μέτρων διοικητικής εκτέλεσης από το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, καθώς και των μέτρων διασφάλισης της οφειλής από την Φορολογική Διοίκηση και των μέτρων που επιβάλλει ο ανακριτής βάσει του άρθρου 42 ν. 4557/2018 (Α’ 139).
Μέχρι ανακλήσεως της απόφασης πτώχευσης ή περάτωσης της πτώχευσης ή παύσης των εργασιών της αναστέλλεται η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού ή διοικητικού μέτρου κατά του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένης της δέσμευσης περιουσιακού του στοιχείου με διάταξη

ανακριτή, της συντηρητικής κατάσχεσης και της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, συναινετικής ή κατ` αντιδικία, εκτός εάν με αυτό επιδιώκεται η αποτροπή της απομάκρυνσης ή αφαίρεσης ή μετακίνησης κινητών πραγμάτων της επιχείρησης, τεχνολογικού ή εν γένει εξοπλισμού της που ενέχει τον κίνδυνο απαξίωσης της επιχείρησης του οφειλέτη.
Πράξεις κατά παράβαση των ως άνω αναστολών είναι απολύτως άκυρες. Οι ως άνω αναστολές δεν καταλαμβάνουν τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των ομαδικών πιστωτών. (άρθρο 100)

75. Σε περίπτωση που η απαίτηση ενός εκ των πιστωτών είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, πώς ικανοποιείται;
Οι ενέγγυοι πιστωτές ικανοποιούνται από το σύνολο της πτωχευτικής περιουσίας, μόνο σε περίπτωση που το προνόμιο ή η ασφάλεια δεν επαρκεί για την πλήρη ικανοποίηση τους. (άρθρο 101 παρ. 1 και 2)

76. Στην περίπτωση αυτή ισχύει η αναστολή των ατομικών διώξεων;

Η αναστολή των ατομικών διώξεων δεν ισχύει ως προς τους ενέγγυους πιστωτές σχετικά με τα ανωτέρω υπέγγυα στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας (πχ. ακίνητα που βαρύνονται με υποθήκη) για διάστημα εννέα (9) μηνών από την κήρυξη της πτώχευσης, με την παρέλευση των οποίων η αναστολή επεκτείνεται και στις ατομικές διώξεις των ενέγγυων πιστωτών.
Κατ’ εξαίρεση, αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των ενέγγυων πιστωτών στην περίπτωση που στην απόφαση του Πτωχευτικού δικαστηρίου προβλέπεται η εκποίηση του ενεργητικού της επιχείρησης ως λειτουργικού συνόλου ή των επιμέρους λειτουργικών συνόλων αυτής και το περιουσιακό στοιχείο επί του οποίου έχει παραχωρηθεί ασφάλεια αποτελεί μέρος του υπό εκποίηση περιουσιακού συνόλου. (άρθρο 101 παρ. 3)

77. Μπορεί ο πιστωτής να απαιτήσει την ικανοποίηση της απαίτησής του από τους συνοφειλέτες ή τους εγγυητές του αρχικού οφειλέτη;
Ο πιστωτής έχει δικαίωμα, εάν κηρυχθεί σε πτώχευση τουλάχιστον ένας από τους συνοφειλέτες, να απαιτήσει από κάθε συνοφειλέτη και εγγυητή, που ευθύνεται εις ολόκληρον, δηλαδή για το σύνολο της οφειλής, την πλήρη ικανοποίηση της απαίτησής του, εάν κατέστη απαιτητή κατά την πραγματική λήξη της. Σε περίπτωση υπερκάλυψης της απαίτησής του, αποδίδει το επιπλέον σε εκείνον τον συνοφειλέτη ή εγγυητή, κατά περίπτωση, που θα είχε δικαίωμα αναγωγής κατά των άλλων. (άρθρο 102 παρ. 1)

78. Η απαλλαγή του αρχικού οφειλέτη απαλλάσσει και τους συνοφειλέτες/ εγγυητές;
Και μετά την πτώχευση οι συνοφειλέτες/ εγγυητές συνεχίζουν να ευθύνονται έναντι του πιστωτή, ανεξαρτήτως τυχόν απαλλαγής του αρχικού οφειλέτη. (άρθρο 102 παρ.2)

79. Σε περίπτωση που ο συνοφειλέτης ή ο εγγυητής πληρώσουν τον πιστωτή, μπορούν να ικανοποιηθούν από την πτωχευτική περιουσία;
Σε περίπτωση που ο συνοφειλέτης εις ολόκληρον και ο εγγυητής συμμετέχουν στην πτώχευση, με βάση απαίτηση που θα αποκτούσαν στο μέλλον υπό την αίρεση ικανοποίησης του πιστωτή από αυτούς. (άρθρο 102 παρ.3)

80. Μετά την κήρυξη της πτώχευσης, τι γίνεται με τις συμβάσεις που είχε συνάψει ο οφειλέτης;
Εξήντα ημέρες από την κήρυξη της πτώχευσης επέρχεται η αυτόματη και αζήμια λύση όλων των εκκρεμών και διαρκών συμβάσεων του οφειλέτη, εκτός αν ο σύνδικος δηλώσει εγγράφως προς τον αντισυμβαλλόμενο του οφειλέτη πριν την παρέλευση της προθεσμίας ότι επιθυμεί την άμεση λύση τους ή τη συνέχισή τους, εφόσον εξυπηρετούν την ομαλή εξέλιξη των εργασιών της πτώχευσης ή τη βελτίωση της αξίας ρευστοποίησης στοιχείων του ενεργητικού.
Επίσης, εντός τριάντα (30) ημερών από την κήρυξη της πτώχευσης, ο αντισυμβαλλόμενος δικαιούται να τάξει στον σύνδικο εύλογη προθεσμία προς άσκηση του ως άνω δικαιώματος επιλογής. Εάν ο σύνδικος δεν απαντήσει εντός της εύλογης προθεσμίας που έταξε ο αντισυμβαλλόμενος ή εάν αρνηθεί την εκπλήρωση, ο αντισυμβαλλόμενος δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να απαιτήσει αποζημίωση λόγω μη εκπλήρωσης, ικανοποιούμενος ως πτωχευτικός πιστωτής. (άρθρο 103 και 104 παρ.2)

81. Λύονται και οι συμβάσεις εργασίας;

Ως προς τις συμβάσεις εργασίας, ο σύνδικος μπορεί να αιτηθεί εντός εξήντα ημερών από την κήρυξη της πτώχευσης τη συνέχιση τους, μέσω κατάρτισης νέων συμβάσεων με τους εργαζομένους, με τους ίδιους όρους συμβάσεων που ίσχυαν πριν την κήρυξη της πτώχευσης.
Η κατάρτιση νέων συμβάσεων εγκρίνεται από τον εισηγητή και τη συνέλευση πιστωτών. (άρθρο 103 παρ.2)

82. Σε περίπτωση μη συνέχισης της σύμβασης εργασίας, ο εργαζόμενος δικαιούται αποζημίωσης; Πώς την λαμβάνει;
Η λύση της σύμβασης ισοδυναμεί με καταγγελία ως προς την υποχρέωση παροχής αποζημίωσης προς τον εργαζόμενο. Οι απαιτήσεις των μισθωτών από μισθούς και λοιπές παροχές που γεννήθηκαν πριν την κήρυξη της πτώχευσης, καθώς και κάθε σχετική με την καταγγελία απαίτησή τους, όπως ιδίως η νόμιμη αποζημίωση, αποτελούν πτωχευτικές απαιτήσεις, για τις οποίες οι μισθωτοί ικανοποιούνται ως πτωχευτικοί πιστωτές.
Σε κάθε περίπτωση, εάν ο μισθωτός που πραγματικά συνεχίζει να παρέχει την εργασία του μετά την κήρυξη της πτώχευσης, τότε για τις απαιτήσεις του για τους μισθούς και τις συναφείς παροχές, ικανοποιείται ως ομαδικός πιστωτής και από την πτωχευτική και από τη μεταπτωχευτική περιουσία. (άρθρο 103 παρ.2 και 109 παρ. 3)

83. Μέχρι να καταβληθεί στον εργαζόμενο η αποζημίωσή του από την πτωχευτική περιουσία, ισχύει η καταγγελία της σύμβασής του;
Για το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας δεν απαιτείται η καταβολή αποζημίωσης. (άρθρο 109 παρ. 1)

84. Aν ο σύνδικος δηλώσει ότι επιθυμεί τη συνέχιση κάποιων συμβάσεων, τι γίνεται;

Σε περίπτωση ο σύνδικος επιλέξει τη συνέχιση εκκρεμών συμβάσεων, έχει το δικαίωμα να εκπληρώσει τις συμβάσεις αυτές, υποκαθιστώντας την ομάδα των πιστωτών στη θέση του οφειλέτη, και να απαιτήσει την εκπλήρωση από τον αντισυμβαλλόμενο. Στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος καθίσταται ομαδικός πιστωτής και ικανοποιείται και από την πτωχευτική και από τη μεταπτωχευτική περιουσία. (άρθρο 104 παρ.1)

85. Μπορεί ο σύνδικος να συνάπτει νέες συμβάσεις μετά την κήρυξη της πτώχευσης;

Ο σύνδικος μπορεί να συνάπτει συμβάσεις αποκλειστικά ως προς τις τρέχουσες εργασίες της πτώχευσης. Η συνέλευση των πιστωτών μπορεί να καταγγείλει τις συμβάσεις αυτές, με απόφασή της εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών. Απαιτήσεις από συμβάσεις που συνάπτονται από τον σύνδικο ικανοποιούνται ως ομαδικές, εφόσον παρέλθει η ανωτέρω προθεσμία και η σύμβαση δεν καταγγελθεί. (άρθρο 105)

86. Μετά την κήρυξη της πτώχευσης οι συμβάσεις διαρκούς χαρακτήρα διατηρούν την ισχύ τους;
Συμβάσεις διαρκούς χαρακτήρα (πχ. συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας, αποκλειστικής και επιλεκτικής διανομής, franchising, παραγγελίας, πρακτορείας, εκμετάλλευσης

τεχνογνωσίας, σήματος, ευρεσιτεχνίας κ.ο.κ) διατηρούν την ισχύ τους, εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά στο νόμο. Εξαιρούνται οι χρηματοοικονομικές συμβάσεις (πχ. συμβάσεις forfaiting, παροχής επενδυτικών συμβουλών, διαχείρισης χαρτοφυλακίου, κτλ) οι οποίες μπορούν να πάψουν να ισχύουν ή να τροποποιηθούν ως συνέπεια της πτώχευσης κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σε αυτές. (άρθρο 106 παρ.1)

87. Μετά την κήρυξη της πτώχευσης οι συμβάσεις προσωπικού χαρακτήρα διατηρούν την ισχύ τους;
Η κήρυξη της πτώχευσης αποτελεί λόγο λύσης των συμβάσεων προσωπικού χαρακτήρα (πχ. παροχής υπηρεσιών, εργασίας, κτλ.), στις οποίες ο οφειλέτης είναι συμβαλλόμενο μέρος. (άρθρο 106 παρ.2)

88. Η κήρυξη της πτώχευσης επηρεάζει το δικαίωμα καταγγελίας που προβλέπει μία σύμβαση διαρκούς χαρακτήρα;
Η κήρυξη της πτώχευσης δεν θίγει το δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεων διαρκούς χαρακτήρα, που προβλέπει ο νόμος ή η σύμβαση. (άρθρο 107)

89. Μπορεί ο σύνδικος να μεταβιβάσει μία σύμβαση σε τρίτον;

Ο σύνδικος δικαιούται να μεταβιβάσει σε τρίτο τη συμβατική σχέση, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι ο οφειλέτης. Από το τίμημα εξοφλούνται τα πτωχευτικά πιστώματα. Η σύμβαση μεταβιβάζεται ως σύνολο και ο αποκτών υπεισέρχεται στη θέση του οφειλέτη με τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις. Η μεταβίβαση επιτρέπεται ανεξάρτητα από την ύπαρξη συμβατικών όρων που την αποκλείουν ή την περιορίζουν, αν συναινεί ο αντισυμβαλλόμενος του οφειλέτη.
Σε περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος δεν συναινεί στην ως άνω μεταβίβαση, το πτωχευτικό δικαστήριο, μετά από αίτηση του συνδίκου, μπορεί να εγκρίνει τη μεταβίβαση υπό τους όρους:
α) ότι ο σύνδικος επέλεξε τη συνέχιση της σύμβασης,

β) ότι ο τρίτος έχει τη δυνατότητα να εκτελέσει τις απορρέουσες από αυτήν υποχρεώσεις του οφειλέτη και
γ) ότι ο αντισυμβαλλόμενος δεν βλάπτεται από τη μεταβίβαση. (άρθρο 108)

90. Εάν ο οφειλέτης είχε πωλήσει πράγμα με επιφύλαξη κυριότητας πριν την κήρυξη της πτώχευσης, η κήρυξη της πτώχευσης αποτελεί λόγο λύσεως της σύμβασης;

Σε περίπτωση που πριν την κήρυξη της πτώχευσης, ο οφειλέτης είχε πωλήσει κινητό πράγμα με επιφύλαξη κυριότητας μέχρις αποπληρωμής του τιμήματος και το είχε παραδώσει στον αγοραστή, η κήρυξη της πτώχευσης δεν αποτελεί λόγο λύσεως της σύμβασης ή υπαναχώρησης από αυτήν, ούτε εμποδίζει τον αγοραστή να αποκτήσει την κυριότητα του πωληθέντος κατά τα συμφωνηθέντα. (άρθρο 110 παρ.1)

91. Εάν ο οφειλέτης είχε αγοράσει πράγμα με επιφύλαξη κυριότητας πριν την κήρυξη της πτώχευσης, η κήρυξη της πτώχευσης αποτελεί λόγο λύσεως της σύμβασης;
Σε περίπτωση που πριν την κήρυξη της πτώχευσης, ο οφειλέτης είχε αγοράσει κινητό πράγμα με επιφύλαξη κυριότητας του πωλητή και είχε παραλάβει το πράγμα, η κήρυξη της πτώχευσης δεν θίγει τα δικαιώματα του πωλητή που απορρέουν από την επιφύλαξη κυριότητας. (άρθρο 110 παρ.2)

92. Μπορεί ο πιστωτής να ασκήσει το δικαίωμα συμψηφισμού μετά την κήρυξη της πτώχευσης;
Μετά την κήρυξη της πτώχευσης, ο πιστωτής μπορεί να προτείνει συμψηφισμό ανταπαίτησής του προς την αντίστοιχη απαίτηση του οφειλέτη, εφόσον οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού συνέτρεξαν πριν την κήρυξη της πτώχευσης. (άρθρο 111)

93. Μπορεί να ζητηθεί αποχωρισμός αντικειμένου από την πτωχευτική περιουσία;

Μπορεί, με αίτηση προς το σύνδικο, από πρόσωπο που επικαλείται εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα σε αντικείμενο που δεν ανήκει στον οφειλέτη ή από τον εκδοχέα στην περίπτωση όπου η απαίτηση από το τίμημα κινητών έχει εκχωρηθεί πριν την πτώχευση. Εφόσον η αίτηση γίνει δεκτή, η απόδοση από το σύνδικο γίνεται μετά από άδεια του εισηγητή. Αν η αίτηση δεν γίνει δεκτή, η αξίωση προς αποχωρισμό ασκείται κατά του συνδίκου με βάση τις γενικές διατάξεις που ισχύουν ανάλογα με τη φύση του αντικειμένου του οποίου ζητείται ο αποχωρισμός. (άρθρο 112 παρ. 1)
Επί καταπιστευτικής μεταβίβασης κυριότητας κινητού με διατήρηση της νομής από τον οφειλέτη, ο πιστωτής, ως κύριος του πράγματος, δικαιούται σε αποχωρισμό του. (άρθρο 112 παρ. 4)

94. Τι συμβαίνει σε περίπτωση που το αντικείμενο, του οποίου μπορεί να ζητηθεί ο αποχωρισμός, έχει εκποιηθεί.
Εάν το αντικείμενο, του οποίου μπορούσε να ζητηθεί ο αποχωρισμός, έχει εκποιηθεί από τον οφειλέτη σε τρίτο, χωρίς δικαίωμα, πριν την κήρυξη της πτώχευσης, ή μετά την κήρυξη της από το σύνδικο, ο δικαιούχος σε αποχωρισμό μπορεί να απαιτήσει την εκχώρηση της απαίτησης κατά του τρίτου στην αντιπαροχή, εάν αυτή ακόμα οφείλεται ή τον αποχωρισμό

της αντιπαροχής από την πτωχευτική περιουσία, εάν αυτή διατηρεί την ταυτότητα. (άρθρο 112 παρ. 2)

95. Τι συμβαίνει σε περίπτωση που ο αποχωρισμός είναι αδύνατος.

Εάν ο αποχωρισμός είναι αδύνατος, ο δικαιούχος συμμετέχει στην πτωχευτική διαδικασία ως πτωχευτικός πιστωτής με βάση την αξία του αντικειμένου. (άρθρο 112 παρ. 3)

96. Ποια η έννοια της πτωχευτικής διεκδίκησης και ποιος έχει το σχετικό δικαίωμα

Δικαίωμα διεκδίκησης έχει εκείνος που πριν την κήρυξη της πτώχευσης παρέδωσε εμπορεύματα στον οφειλέτη λόγω παρακαταθήκης προς πώληση ή για να πωληθούν για λογαριασμό του. Για να συντρέξει το δικαίωμα, πρέπει, κατά την κήρυξη της πτώχευσης, τα εμπορεύματα βρίσκονται στην πτωχευτική περιουσία του οφειλέτη αναλλοίωτα εν όλω ή εν μέρει.Εάν τα εμπορεύματα έχουν πωληθεί και το τίμημα οφείλεται κατά την κήρυξη της πτώχευσης, ο παραγγελέας – παρακαταθέτης διεκδικεί ευθέως αυτό στα χέρια του αγοραστή.(άρθρο 113 παρ. 1, 2). Δικαίωμα πτωχευτικής διεκδίκησης έχει και ο δικαιούχος αξιογράφων, τα οποία πριν την κήρυξη της πτώχευσης είχε αποστείλει στον οφειλέτη για να εισπραχθούν ή να διατεθούν για καθορισμένες πληρωμές, εφόσον αυτά κατά την κήρυξη της πτώχευσης βρίσκονται στα χέρια του οφειλέτη αυτούσια.(άρθρο 113 παρ. 3)

97. Μπορεί ο πωλητής εμπορευμάτων να διεκδικήσει τα εμπορεύματά του από τον οφειλέτη, σε περίπτωση πτώχευσης;
Ναι. Εκείνος που πριν την κήρυξη της πτώχευσης είχε πωλήσει εμπορεύματα στον οφειλέτη, τα οποία κατά την κήρυξη της πτώχευσης δεν έχουν ακόμα περιέλθει στην κατοχή του οφειλέτη ή τρίτου που ενεργεί για λογαριασμό του και εφόσον το τίμημα οφείλεται εν όλω ή εν, έχει δικαίωμα διεκδίκησης. (άρθρο 114 παρ. 1)
Αν ο πωλητής κατέχει το πράγμα, έχει δικαίωμα επίσχεσης. (α. 114 παρ.2)

Εν προκειμένω, ο σύνδικος έχει το δικαίωμα της επιλογής που του παρέχει το α. 104. (α. 115 παρ.2)

98. Πώς ασκείται το δικαίωμα της διεκδίκησης

Επί διεκδίκησης, ο σύνδικος υποβάλλεισχετική πρόταση και αποφαίνεται με αιτιολογημένη διάταξή του ο εισηγητής. (άρθρο 115 παρ. 1)

99. Ποιες πράξεις μπορούν να ανακληθούν από το σύνδικο;

Πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν εντός του χρονικού διαστήματος από την παύση των πληρωμών μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης, ήτοι στην ύποπτη περίοδο, ή, στην περίπτωση των πράξεων υποχρεωτικής ανάκλησης, εντός του προηγουμένου από την ύποπτη περίοδο εξαμήνου και μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης και είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών ανακαλούνται ή μπορούν να ανακληθούν από το σύνδικο. (άρθρο 116)

100. Ποιες πράξεις ανακαλούνται υποχρεωτικά από το σύνδικο;

Οι πράξεις που είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών. Ως επιζήμιες νοούνται:
α) Δωρεές και χαριστικές γενικά δικαιοπραξίες, καθώς και αυτές στις οποίες η αντιπαροχή που έλαβε ο οφειλέτης ήταν δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τη δική του παροχή. Εξαιρούνται οι συνήθεις δωρεές που γίνονται για λόγους κοινωνικής ευπρέπειας ή από λόγους ηθικού καθήκοντος, καθώς και πράξεις από ελευθεριότητα που διενεργήθηκαν από τον οφειλέτη σε εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης και παροχές προς οικονομική ή επαγγελματική αποκατάσταση των τέκνων του, εφόσον οι παροχές είναι ανάλογες προς την περιουσιακή του κατάσταση και δεν επέφεραν ουσιώδη ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη.
β) Πληρωμές μη ληξιπρόθεσμων χρεών.

γ) Πληρωμές ληξιπρόθεσμων χρεών με άλλο τρόπο και όχι με μετρητά ή με τη συμφωνηθείσα παροχή, εκτός από οικειοθελείς παραχωρήσεις ακινήτων προς πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα σε εξόφληση ή απομείωση ληξιπρόθεσμων οφειλών του οφειλέτη.
δ) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του νομοθετικού διατάγματος της 17.7/13.8.1923, σύσταση εμπράγματης ασφάλειας, συμπεριλαμβανόμενης και της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης ή παροχή άλλων ασφαλειών ενοχικής φύσεως για προϋπάρχουσες υποχρεώσεις, για την εξασφάλιση των οποίων ο οφειλέτης δεν είχε αναλάβει αντίστοιχη υποχρέωση ή για την εξασφάλιση νέων υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν από τον οφειλέτη σε αντικατάσταση εκείνων που προϋπήρχαν.(άρθρο 117)

101. Ποιες πράξεις ανακαλούνται δυνητικά από το σύνδικο;

Οι αμφοτεροβαρείς πράξεις του οφειλέτη ή πληρωμή από αυτόν ληξιπρόθεσμων χρεών του που έγινε μετά την παύση των πληρωμών και πριν την κήρυξη της πτώχευσης, μπορεί να ανακληθεί. Για να λάβει χώρα η ανάκληση, θα πρέπει ο αντισυμβαλλόμενος κατά τη διενέργεια της πράξης να γνώριζε ή να μπορούσε να εκτιμήσει ότι η πράξη ήταν επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών.(άρθρο 118 παρ. 1)

Υπάρχει τεκμήριο ότι ο αντισυμβαλλόμενος γνώριζε, εάν κατά τη διενέργεια της πράξης ήταν σύζυγος του οφειλέτη ή συγγενής εξ αίματος μέχρι και τρίτου βαθμού ή εξ αγχιστείας μέχρι δεύτερου βαθμού ή πρόσωπο με το οποίο ο οφειλέτης συζούσε το τελευταίο έτος πριν τη διενέργεια της πράξης. Επί αντισυμβαλλόμενου νομικού προσώπου το τεκμήριο της γνώσης αφορά τα ως άνω πρόσωπα, εφόσον κατά τη διενέργεια της πράξης είχαν την ιδιότητα του ιδρυτή ή διοικητή ή διευθυντή ή διαχειριστή του, ή ήταν πιστωτές ή αντισυμβαλλόμενοι οι οποίοι διενέργησαν εμπορικές πράξεις και λοιπές συναλλαγές με οικονομικούς και άλλους όρους που βρίσκονταν σε προφανή και ουσιώδη απόκλιση από τους τρέχοντες όρους συναλλαγών κατά τη στιγμή διενέργειάς τους. (άρθρο 118 παρ. 2)
Εάν η ανακλητική αγωγή εγερθεί μετά την παρέλευση έτους από την κήρυξη της πτώχευσης, δεν ισχύει το τεκμήριο. Αν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, η γνώση του αντισυμβαλλομένου τεκμαίρεται για τα πρόσωπα που συνδέονται με τον οφειλέτη σύμφωνα με τον ορισμό του Παραρτήματος Α του ν. 4308/2014. (άρθρο 118 παρ. 2)

102. Υπό ποιες προϋποθέσεις ανακαλούνται πράξεις που βλάπτουν δολίως τους πιστωτές του οφειλέτη.
Πράξεις, τις οποίες ο οφειλέτης έκανε με δόλο την τελευταία πενταετία πριν την κήρυξη της πτώχευσης, προκειμένου να ζημιώσει τους πιστωτές του ή να ωφελήσει ορισμένους σε βάρος άλλων, ανακαλούνται, εάν ο τρίτος με τον οποίο συμβλήθηκε, κατά το χρόνο της διενέργειας της πράξης γνώριζε το δόλο του οφειλέτη.Η κήρυξη της πτώχευσης δεν θίγει το δικαίωμα των πιστωτών να ασκήσουν παυλιανή αγωγή κατά τα άρθρα 939 επ. ΑΚ.(άρθρο 119 παρ. 1, 2)
Ο σύνδικος υποχρεούται να παρέχει σε κάθε πιστωτή που υποβάλλει σχετικό αίτημα στοιχεία για όλες τις συναλλαγές απαλλοτρίωσης περιουσιακών στοιχείων, στις οποίες προέβη ο οφειλέτης κατά την τελευταία πενταετία πριν από την κήρυξη της πτώχευσης.(άρθρο 119 παρ. 2)

103. Ποιες πράξεις δεν θεωρούνται καταδολιευτικές και δεν ανακαλούνται;Δεν αποτελούν καταδολιευτικές πράξεις και δεν ανακαλούνται:
α) Συνηθισμένες πράξεις της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής ή άλλης οικονομικής δραστηριότητας του οφειλέτη που διενεργήθηκαν κάτω από κανονικές συνθήκες και μέσα στα όρια των συνήθων συναλλαγών του, συμπεριλαμβανομένων δεδουλευμένων αποδοχών εργαζομένων.
β) Πράξεις του οφειλέτη που ρητά ο νόμος τις εξαιρεί από την εφαρμογή των ρυθμίσεων περί ανάκλησης, ακυρότητας ή ακυρωσίας πράξεων που έγιναν την τελευταία διετία πριν από την κήρυξη της πτώχευσης.

γ) Παροχή του οφειλέτη, για την οποία ο αντισυμβαλλόμενος κατέβαλε άμεσα ισοδύναμη αντιπαροχή σε μετρητά.
δ) Συναλλαγές που ήταν εύλογες και άμεσα αναγκαίες για τη διαπραγμάτευση συμφωνίας εξυγίανσης, στις οποίες περιλαμβάνονται:
δα) η καταβολή αμοιβών και δαπανών για τη διαπραγμάτευση, έγκριση ή επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης· και
δβ) η καταβολή αμοιβών και δαπανών για τη λήψη επαγγελματικής συμβουλής σε στενή σχέση με την συμφωνία εξυγίανσης.
ε) Πράξεις που έλαβαν χώρα με τη συμφωνία ή σε εκτέλεση συμφωνίας εξωδικαστικού συμβιβασμού ή συμφωνίας εξυγίανσης σύμφωνα με τα Κεφάλαια Α’ και Β’ του Μέρους Β’ του Βιβλίου Πρώτου του νόμου. (άρθρο 120)

104. Ισχύει κάτι ειδικό επί χρηματοοικονομικών συναλλαγών;

Το εάν είναι έγκυρη ή εάν ανακαλείται εκκαθάριση που συντελέστηκε ή παροχή εξασφάλισης στο πλαίσιο των συναλλαγών σε χρηματιστηριακή αγορά παραγώγων, ρυθμίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν στη σχετική χρηματιστηριακή αγορά.
Το εάν είναι έγκυρες ή εάν ανακαλούνται συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με βάση τέτοιες συμφωνίες ρυθμίζεται από τις διατάξεις του ν. 3301/2004 (Α’ 263).
Το εάν είναι έγκυρος ή εάν ανακαλείται συμψηφισμός, πληρωμές ή συναλλαγές αυτών που συμμετέχουν σε σύστημα πληρωμών ή διακανονισμού ή σε χρηματαγορά ρυθμίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν για τις σχετικές συναλλαγές. (άρθρο 121)

105. Κατά ποιων στρέφεται η ανακλητική αγωγή εάν ο οφειλέτης μέσα στην ύποπτη περίοδο πληρώσει χρηματόγραφα;
Επί πληρωμής χρηματογράφων από τον οφειλέτη μέσα στην ύποπτη περίοδο, η ανακλητική αξίωση μπορεί να στραφεί μόνον κατά του εκδότη συναλλαγματικής και του πρώτου οπισθογράφου γραμματίου σε διαταγή και επιταγής και μόνο εφόσον αυτοί γνώριζαν ότι κατά το χρόνο έκδοσης ή οπισθογράφησης αντίστοιχα του χρηματογράφου, ο πληρωτής επί συναλλαγματικής ή ο εκδότης επί γραμματίου σε διαταγή και επιταγής είχε παύσει τις πληρωμές του. (άρθρο 122)

106. Πώς ανακαλούνται οι πράξεις που έγιναν στην ύποπτη περίοδο; Από ποιον ασκείται η σχετική αξίωση και κατά ποιου στρέφεται;
Οι πράξεις που έγιναν στην ύποπτη περίοδο ανακαλούνται με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου. (άρθρο 123 παρ. 1)

Την ανακλητική αξίωση ασκεί ο σύνδικος. Μπορεί να την ασκήσει και πιστωτής, εφόσον είχε ζητήσει εγγράφως από το σύνδικο την άσκησή της για συγκεκριμένη πράξη και για συγκεκριμένο νόμιμο λόγο και ο σύνδικος δεν την άσκησε μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήψη της αίτησης του πιστωτή. (άρθρο 123 παρ. 2)
Η ανακλητική αγωγή στρέφεται κατά εκείνου ή εκείνων που είχαν λάβει μέρος στην υπό ανάκληση πράξη, καθώς και κατά των κληρονόμων ή άλλων καθολικών διαδόχων τους ή του κακόπιστου ειδικού διαδόχου.(άρθρο 123 παρ. 3)
Η ανάκληση δεν εμποδίζεται εκ του λόγου ότι για την υπό ανάκληση πράξη έχει εκδοθεί τίτλος εκτελεστός ή το εξ αυτής δικαίωμα αποκτήθηκε μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης. (άρθρο 123 παρ. 4)

107. Ποιες είναι οι συνέπειες της απόφασης που διατάσσει την ανάκληση πράξης που έγινε από τον οφειλέτη;
Όποιος με ανακαλούμενη πράξη απέκτησε περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη, υποχρεούται να το επαναμεταβιβάσει στην πτωχευτική περιουσία. Εάν η αυτούσια επαναμεταβίβαση δεν είναι δυνατή, η υποχρέωση ρυθμίζεται από τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. Αστικού Κώδικα), εφαρμοζόμενες αναλόγως και αφού ληφθούν υπόψη οι πραγματικές χρηματικές καταβολές που έγιναν κατά την υλοποίηση της ανακαλούμενης πράξης.
Ο λήπτης δωρεάς υποχρεούται να επιστρέψει μόνο τον πλουτισμό, εκτός εάν γνώριζε ή κατά τις περιστάσεις μπορούσε να γνωρίζει ότι με τη χαριστική παροχή επέρχεται ζημία της ομάδας των πιστωτών.

Αν το πτωχευτικό δικαστήριο κρίνει ότι αυτός που συμβλήθηκε με τον οφειλέτη ενήργησε κακόπιστα, μπορεί να τον υποχρεώσει σε αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την πράξη στην ομάδα των πιστωτών. (άρθρο 124)

108. Ποιες είναι οι αξιώσεις του αντισυμβαλλόμενου του οφειλέτη σε περίπτωση ανάκλησης πράξης που διενεργήθηκε εκ μέρους του οφειλέτη;
Εάν με την ανακαλούμενη παροχή είχε εξοφληθεί απαίτηση, με την επαναμεταβίβασή της η απαίτηση επανέρχεται σε ισχύ.
Σε περίπτωση ανάκλησης αμφοτεροβαρούς πράξης, ο αντισυμβαλλόμενος, εφόσον επιστρέφει την παροχή, έχει αξίωση στην αντιπαροχή του ως ομαδικός πιστωτής, εάν η αντιπαροχή εξακολουθεί να διατηρεί την ταυτότητα της στην πτωχευτική περιουσία ή η τελευταία αυξήθηκε κατά την αξία της αντιπαροχής, άλλως ικανοποιείται ως πτωχευτικός πιστωτής.(άρθρο 125)

109. Ποιος είναι ο χρόνος παραγραφής της ανακλητικής αξίωσης;

Η ανακλητική αξίωση παραγράφεται με την παρέλευση ενός (1) έτους από την ημέρα που ο σύνδικος ή ο πιστωτής, κατά περίπτωση, έλαβε γνώση της πράξης και σε κάθε περίπτωση μετά παρέλευση δύο (2) ετών από την κήρυξη της πτώχευσης.

110. Ποια η αστική ευθύνη διοικητών εταιρειών σε περίπτωση παύσης πληρωμών της εταιρείας;
Αν δεν υποβληθεί εγκαίρως η αίτηση πτώχευσης ανώνυμης εταιρείας, τα υπαίτια για την καθυστέρηση μέλη του οργάνου διοίκησης του οφειλέτη που έχει την αρμοδιότητα υποβολής αίτησης πτώχευσης για λογαριασμό του νομικού προσώπου ευθύνονται εις ολόκληρον για την αποκατάσταση της ζημίας των εταιρικών πιστωτών:
α. από τη μείωση του πτωχευτικού μερίσματος που επήλθε λόγω της καθυστέρησης, και
β. των οποίων οι απαιτήσεις δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο μεταξύ της τριακοστής πρώτης ημέρας μετά την παύση πληρωμών και της επομένης της υποβολής αίτησης πτώχευσης.
Την ίδια ευθύνη υπέχει και αυτός που άσκησε την επιρροή του στο μέλος ή τα μέλη του οργάνου διοίκησης, με αποτέλεσμα να μην υποβάλουν εγκαίρως την αίτηση. Οι σχετικές απαιτήσεις των εταιρικών δανειστών ασκούνται μόνον από το σύνδικο.(άρθρο 127 παρ. 1, 2)
Δεν υφίσταται η παραπάνω ευθύνη εφόσον η καθυστέρηση υποβολής της αίτησης οφείλεται σε απόπειρα αποφυγής της αφερεγγυότητας μέσω διαπραγματεύσεων για την επίτευξη συμφωνίας εξυγίανσης του οφειλέτη ή συμφωνίας στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών, με γνώμονα την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πιστωτών, των μετόχων ή εταίρων και άλλων ενδιαφερομένων μερών.(άρθρο 127 παρ. 3)
Αν η παύση πληρωμών της ανώνυμης εταιρείας προκλήθηκε από δόλο ή βαρεία αμέλεια των μελών του οργάνου διοίκησης, τα υπαίτια μέλη ευθύνονται εις ολόκληρον σε αποζημίωση έναντι των εταιρικών πιστωτών για τη ζημία που τους προκλήθηκε. Την ίδια ευθύνη υπέχει και αυτός που άσκησε την επιρροή του στο μέλος ή τα μέλη του οργάνου διοίκησης, ώστε να προβούν σε πράξεις ή παραλείψεις που είχαν ως αποτέλεσμα την περιέλευση της εταιρείας σε παύση πληρωμών.(άρθρο 127 παρ. 4)
Οι παραπάνω αξιώσεις υπόκεινται σε τριετή παραγραφή από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, εφόσον δε πρόκειται περί ζημίας εκ δόλου, σε δεκαετή παραγραφή.(άρθρο 127 παρ. 5)

Οι διατάξεις του άρθρου 127 εφαρμόζονται αναλόγως και σε κάθε άλλο νομικό πρόσωπο, σε σχέση με το οποίο ο νόμος δεν προβλέπει από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνη των εταίρων για το σύνολο των εταιρικών χρεών, όπως ενδεικτικά στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, την ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία και τη ναυτική εταιρεία.(άρθρο 127 παρ. 6)

111. Ποια είναι τα όργανα της πτώχευσης

Τα όργανα της πτώχευσης είναι: το πτωχευτικό δικαστήριο, ο εισηγητής, ο σύνδικος και η συνέλευση των πιστωτών. (άρθρο 128)

112. Ποια είναι η αρμοδιότητα του πτωχευτικού δικαστηρίου;

Πτωχευτικό δικαστήριο είναι το δικαστήριο που έχει αρμοδιότητα στην πτωχευτική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 78 του νόμου. Ασκεί την ανώτατη εποπτεία στη διεύθυνση των εργασιών της πτώχευσης. Έχει αρμοδιότητα να δικάζει τις διαφορές που ειδικά ορίζονται στον παρόντα κώδικα. (άρθρο 129)

113. Ποια διαδικασία εφαρμόζεται ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου;

Το πτωχευτικό δικαστήριο δικάζει κάθε υπόθεση που υπάγεται σ` αυτό, χωρίς εξαίρεση, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. Κ.Πολ.Δ.). Οι πρόσθετες παρεμβάσεις ενώπιον του ασκούνται και με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά χωρίς τήρηση προδικασίας. Οι κύριες παρεμβάσεις ασκούνται υποχρεωτικά με αυτοτελές δικόγραφο και με ποινή απαραδέκτου το αργότερο τρείς (3) εργάσιμες ημέρες πριν από την δικάσιμο, και συνεκδικάζονται υποχρεωτικώς με την αίτηση και τις τυχόν ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις. Η άσκηση κύριας παρέμβασης με αυτοτελές δικόγραφο σε διαφορετική δικάσιμο, δεν αποτελεί λόγο αναβολής της συζήτησης της αίτησης κατά την ορισθείσα δικάσιμο.Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κώδικα, οι υποθέσεις ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου προσδιορίζονται εντός είκοσι (20) ημερών και η κλήτευση γίνεται προ δέκα (10) ημερών. (άρθρο 130)

114. Ποια είναι τα ένδικα βοηθήματα και μέσα κατά των αποφάσεων του πτωχευτικού δικαστηρίου;
Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κώδικα, οι αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, έφεση και αναίρεση μόνο για τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1,4, 14, 16, 17 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
Δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση ή αναίρεση οι αποφάσεις του δικαστηρίου περί διορισμού ή αντικατάστασης του εισηγητή ή του συνδίκου και περί χορήγησης βοηθημάτων προς τον οφειλέτη ή την οικογένειά του. (άρθρο 131)

115. Ποιος είναι εισηγητής στην πτώχευση;

Εισηγητής στην πτώχευση ορίζεται πρωτοδίκης ή ειρηνοδίκης κατά περίπτωση. Για τον ορισμό των εισηγητών των πτωχεύσεων βαρύνουσα σημασία έχει ιδίως η προηγούμενη εμπειρία σε πτωχεύσεις και η τυχόν μετεκπαίδευση σε θέματα πτωχεύσεων. (άρθρο 132)

116. Ποια είναι τα καθήκοντα του εισηγητή δικαστή;

Ο εισηγητής υποβάλλει εισήγηση προς το πτωχευτικό δικαστήριο ως προς την αποδοχή ή μη της αίτησης μετά τη συζήτηση της υπόθεσης. (άρθρο 133 παρ. 1)
Ο εισηγητής οφείλει αμέσως μετά την κήρυξη της πτώχευσης να ενημερώσει το σύνδικο περί του διορισμού του. Έχει καθήκον να επιτηρεί και να επιταχύνει τις εργασίες της πτώχευσης και να διατάσσει όλα τα κατεπείγοντα μέτρα προς διασφάλιση της πτωχευτικής περιουσίας. (άρθρο 133 παρ. 2)
Επιβλέπει το έργο του συνδίκου και, αν συντρέχει σχετική περίπτωση, μπορεί να ζητήσει την αντικατάστασή του, σύμφωνα με το άρθρο 139. Παρέχει στο σύνδικο την άδεια εμπορίας ή εκποίησης εμπορευμάτων και εν γένει κινητών και ακινήτων της πτώχευσης, όπου προβλέπεται στον παρόντα κώδικα.(άρθρο 133 παρ. 3)

117. Πώς εκφέρει την άποψή του ο εισηγητής;

Με αιτιολογημένη διάταξή του αποφαίνεται επί των ζητημάτων που αναφέρονται στον παρόντα κώδικα και παρέχει τις προβλεπόμενες άδειες. (άρθρο 134 παρ. 1)

118. Προσβάλλονται με κάποιο ένδικο βοήθημα οι διατάξεις του εισηγητή;

Στις περιπτώσεις που ορίζονται ρητά στον παρόντα κώδικα, όποιος έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου κατά των διατάξεων του εισηγητή. Η προσφυγή, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κώδικα, ασκείται εντός δέκα (10) ημερών από την έκδοση της διάταξης. Η προσφυγή στο πτωχευτικό δικαστήριο δεν αναστέλλει την εκτέλεση των διατάξεων του εισηγητή, μπορεί όμως ο πρόεδρος του πτωχευτικού δικαστηρίου, μετά από αίτηση του προσφεύγοντος, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ. Κ.Πολ.Δ.). (άρθρο 134 παρ. 2)

119. Έχει ο εισηγητής και ανακριτικά καθήκοντα;

Ο εισηγητής μπορεί να εξετάσει ανωμοτί τον οφειλέτη και ενόρκως τους αντιπροσώπους και υπαλλήλους του, σχετικά με οποιοδήποτε θέμα της αρμοδιότητάς του. Αντίγραφα των

καταθέσεων διαβιβάζει ο εισηγητής και προς τον αρμόδιο εισαγγελέα, αν συντρέχει περίπτωση ποινικής ευθύνης κάποιου προσώπου.
Ειδικότερα, ο εισηγητής μπορεί να αναθέτει σε ειδικούς ανακριτικούς υπαλλήλους του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) ή σε άλλα ελεγκτικά όργανα της Διοίκησης τη διενέργεια συγκεκριμένων ανακριτικών πράξεων, όπως έλεγχο και σύνταξη σχετικής έκθεσης ή λήψη αντιγράφων από τα φορολογικά και λοιπά βιβλία και στοιχεία του οφειλέτη, ο οποίος έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως, με σκοπό τη διαπίστωση της πραγματικής οικονομικής κατάστασης και της περιουσίας του τελευταίου. (άρθρο 135)

120. Μπορεί ο εισηγητής να επιβάλει κυρώσεις κατά του οφειλέτη και σε ποιες περιπτώσεις;
Αν ο οφειλέτης αρνείται να εμφανιστεί ενώπιον του συνδίκου ή του εισηγητή και να παρουσιάσει και παραδώσει βιβλία ή αρχεία ή έγγραφα αναγκαία για την πτωχευτική διαδικασία και εφόσον είχε νομίμως ειδοποιηθεί τουλάχιστον δύο (2) ημέρες πριν από την ημέρα εμφάνισης, ο εισηγητής επιβάλλει σε αυτόν ποινή τάξεως από πεντακόσια (500) έως δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων – Τομέας Ασφάλισης Νομικών (ΕΤΑΑ – ΤΑΝ) που εισπράττεται κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ. Μετά τη δεύτερη, χωρίς αποτέλεσμα, ειδοποίηση εμφάνισης του οφειλέτη, ο εισηγητής μπορεί να προβεί στην αποστολή έκθεσης κατ` αυτού για απείθεια κατά τη διάταξη του άρθρου 169 του Ποινικού Κώδικα στον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών. (άρθρο 136 παρ. 1)
Ο εισηγητής μπορεί να διατάξει τα αναγκαία κατά την κρίση του μέτρα, προς εξασφάλιση της παρουσίας του οφειλέτη και σύμπραξης του, όπου απαιτείται, κατά την πτωχευτική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης της βίαιης προσαγωγή του ενεργών κατά το άρθρο 231 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. (άρθρο 136 παρ. 2)
Εφόσον τρίτα πρόσωπα έχουν αντίγραφα ή πρόσβαση στα στοιχεία αυτά καλούνται από τον εισηγητή να τα παραδώσουν και σε περίπτωση που αρνούνται να το πράξουν ο εισηγητής μπορεί να προβεί στην αποστολή έκθεσης κατ` αυτών στον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών για υπεξαγωγή εγγράφου (άρθρο 222 ΠΚ). (άρθρο 136 παρ. 3)

121. Ποια πρόσωπα διορίζονται σύνδικοι;

Ως σύνδικος διορίζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο πρόσωπο το οποίο διαθέτει άδεια διαχειριστή αφερεγγυότητας.
Σύνδικος διορίζεται ο προτεινόμενος από τον αιτούντα, εκτός αν συντρέχει περίπτωση επιτρεπτής υποβολής αίτησης πτώχευσης χωρίς την πρόταση συνδίκου, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ.4 εδ.β.
Αν ο αιτών είναι ο οφειλέτης και ασκήσει παρέμβαση πιστωτής που προτείνει άλλο πρόσωπο ως σύνδικο, διορίζεται το πρόσωπο αυτό.

Αν υποβληθούν περισσότερες τέτοιες παρεμβάσεις, διορίζεται το πρόσωπο που προτείνεται από τους πιστωτές που αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο ποσό απαιτήσεων κατά του οφειλέτη. Αν ο αιτών είναι πιστωτής και ασκήσει παρέμβαση πιστωτής που αντιπροσωπεύει μεγαλύτερο ποσό απαιτήσεων κατά του οφειλέτη προτείνοντας άλλο πρόσωπο ως σύνδικο, διορίζεται το πρόσωπο αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές, το δικαστήριο δύναται να αποκλίνει από την πρόταση των πιστωτών που αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο ποσό απαιτήσεων κατά του οφειλέτη, εφόσον κρίνει ότι ο προτεινόμενος σύνδικος δεν είναι κατάλληλος ή εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπό του κωλύματα. (άρθρο 137 παρ. 1)
Σε κάθε άλλη περίπτωση η επιλογή του συνδίκου από το πτωχευτικό δικαστήριο ή τον εισηγητή, κατά περίπτωση, γίνεται κατά την κρίση του, αφού λάβει υπόψη του τις διατάξεις που ισχύουν για το διαχειριστή αφερεγγυότητας, τα στοιχεία ως προς την εμπειρία του τελευταίου και του πιστοποιημένου προσώπου που προτείνεται να απασχοληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση και τυχόν πειθαρχικές διώξεις σε βάρος του ή σε βάρος του πιστοποιημένου προσώπου. (άρθρο 137 παρ. 2)
Ως σύνδικος δεν μπορεί να διοριστεί πρόσωπο ως προς το οποίο υφίσταται κώλυμα σύμφωνα με το άρθρο 238. (άρθρο 137 παρ. 3)
Ο σύνδικος ασκεί τα καθήκοντα που του ανατίθενται με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα και οφείλει να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από την κείμενη νομοθεσία στο διαχειριστή αφερεγγυότητας. (άρθρο 137 παρ. 4)

122. Σε ποιες περιπτώσεις αντικαθιστά το πτωχευτικό δικαστήριο το σύνδικο;

Το πτωχευτικό δικαστήριο αντικαθιστά το σύνδικο στις εξής περιπτώσεις:

α) Ύστερα από έγγραφη δήλωση του συνδίκου προς τον εισηγητή περί ύπαρξης κωλύματος του άρθρου 238 ή ύστερα από έγγραφη δήλωση παραίτησής του για σπουδαίο λόγο, η οποία επίσης υποβάλλεται στον εισηγητή. Ο εισηγητής εισηγείται προς το δικαστήριο για το εάν η παραίτηση είναι καταχρηστική σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 80 παράγραφος 2 ή εάν συντρέχει σπουδαίος λόγος.
β) Εφόσον το δικαστήριο αποφασίσει ότι ο σύνδικος παραιτείται παρά την αποδοχή του διορισμού του χωρίς σπουδαίο λόγο ή αν παραιτείται καταχρηστικά κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 80, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας δεν μπορεί να διοριστεί εκ νέου σύνδικος για τα επόμενα δύο (2) έτη και το γεγονός αυτό γνωστοποιείται με επιμέλεια της γραμματείας του πτωχευτικού δικαστηρίου στην Επιτροπή Διαχείρισης Αφερεγγυότητας προκειμένου να καταχωρισθεί στο Μητρώο διαχειριστών αφερεγγυότητας που προβλέπεται στο άρθρο 236.
γ) Ύστερα από αίτηση του οφειλέτη ή πιστωτή για σπουδαίο λόγο που συνίσταται, ιδίως, σε σοβαρή παράβαση του συνδίκου κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του ή μη εκπλήρωση αυτών. Η αίτηση υποβάλλεται στο πτωχευτικό δικαστήριο, η απόφαση του

οποίου υπόκειται μόνον σε έφεση. Σπουδαίο λόγο αποτελεί η τέλεση από το σύνδικο πειθαρχικής παράβασης σύμφωνα με το προβλεπόμενα στο άρθρο 243. (άρθρο 138 παρ. 1)

123. Μπορούν οι πιστωτές να ζητήσουν την αντικατάσταση του συνδίκου;

Πιστωτές που εκπροσωπούν ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) τουλάχιστον των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη, εξαιρουμένων των απαιτήσεων συνδεδεμένων με τον οφειλέτη προσώπων κατά την έννοια του Παραρτήματος Α του ν. 4308/2014, μπορούν να ζητήσουν τη σύγκληση της συνέλευσης των πιστωτών με θέμα την αντικατάσταση του συνδίκου. Στην αίτηση περιλαμβάνονται οι λόγοι αντικατάστασης του συνδίκου. Ο σύνδικος οφείλει να συγκαλέσει τη συνέλευση των πιστωτών εντός δεκαπέντε (15) ημερολογιακών ημερών από τη λήψη της αίτησης. Εφόσον αποφασιστεί από τη συνέλευση η αντικατάσταση του συνδίκου και προταθεί αντικαταστάτης, ο τελευταίος διορίζεται σύνδικος με πράξη του εισηγητή εφόσον δεν προκύπτουν ως προς τον διορισμό του τα κωλύματα του άρθρου 238.(άρθρο 138 παρ. 2)

124. Ποιες είναι οι άμεσες υποχρεώσεις του συνδίκου προκειμένου για την εξασφάλιση της πτωχευτικής περιουσίας?
Ο σύνδικος της πτώχευσης οφείλει, μόλις αναλάβει τα καθήκοντα του, να ζητήσει από το δικαστήριο τη λήψη κάθε αναγκαίου μέτρου για την εξασφάλιση της περιουσίας του πτωχού, καθώς και να εγγράψει αμέσως υποθήκες ή προσημειώσεις υποθηκών στην ακίνητη περιουσία προσώπων που είναι οφειλέτες του πτωχού. Επίσης ο σύνδικος οφείλει άμεσα να εγγράψει υποθήκες υπέρ των πιστωτών της πτώχευσης σε όλα τα ακίνητα που ανήκουν στον οφειλέτη που κηρύχθηκε σε πτώχευση.
(άρθρο 139 παρ.1 και 2).

125. Ποια είναι η τύχη των πραγμάτων που ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία, αλλά υπόκεινται σε φθορά?
O σύνδικος μπορεί να ζητήσει από τον εισηγητή την εξαίρεσή των πραγμάτων αυτών από τη σφράγιση και την παράδοση του σε αυτόν. Στη συνέχεια προβαίνει σε εκτίμηση της αξίας τους και εφόσον ο εισηγητής χορηγήσει τη σχετική άδεια, καθορίζει τον χρόνο και τον τόπο της εκποίησης τους.
(Άρθρο 140).

126. Πώς διενεργείται η αποσφράγιση και η απογραφή της πτωχευτικής περιουσίας?

Ο σύνδικος, εφόσον έχει ολοκληρωθεί η σφράγιση, ζητεί από τον εισηγητή την αποσφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας και προβαίνει στην απογραφή της, κατά την

οποία μπορεί να παρευρίσκεται και ο ίδιος ο οφειλέτης. Ο σύνδικος μπορεί να προσλάβει βοηθό της εκλογής του για τη σύνταξη της απογραφής και την εκτίμηση των πραγμάτων και συντάσσει έκθεση απογραφής του συνόλου του ενεργητικού του οφειλέτη. Στη συνέχεια υποβάλλει προς τον εισηγητή το συντομότερο ειδική αναφορά με βάση τα στοιχεία της απογραφής.
(Άρθρα 141-142).

127. Η πτωχευτική περιουσία ενδέχεται να αποτελείται και από απαιτήσεις του πτωχού έναντι τρίτων. Ποιες είναι οι ενέργειες του συνδίκου στην περίπτωση αυτή?
Ο σύνδικος επιμελείται για την είσπραξη των απαιτήσεων της πτώχευσης. Ανοίγει ειδικό λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί νόμιμα στη Ελλάδα στο όνομα του τελούντος σε πτώχευση οφειλέτη, όπου καταθέτει τα χρήματα που υπήρχαν στο ταμείο ή σε οποιονδήποτε λογαριασμό του οφειλέτη ή εισπράχθηκαν από αυτόν κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Για την κάλυψη των πάσης φύσης δαπανών και εξόδων της πτώχευσης, ο σύνδικος μπορεί να λάβει ειδική χρηματοδότηση. Ο ειδικός λογαριασμός κινείται από τον σύνδικο αποκλειστικά για τις δαπάνες των εργασιών της πτώχευσης και για τη διανομή στους πιστωτές, σε κάθε περίπτωση μόνο μετά από άδεια του εισηγητή δικαστή. Επίσης, ο σύνδικος μπορεί να συνάψει συμβιβασμό, κατά τους όρους του Αστικού Κώδικα (άρθρο 871), για κάθε αξίωση που έχει ο οφειλέτης έναντι τρίτων. Εφόσον το σχετικό πρακτικό συμβιβασμού επικυρωθεί από τον εισηγητή, τότε αυτό έχει ισχύ δικαστικής απόφασης. (Άρθρα 144-145).

128. Τι συμβαίνει όταν, κατά τη διάρκεια των εργασιών της πτώχευσης, ανακύψει τέλεση παρανόμων πράξεων κατά του οφειλέτη κατά τη χρονική περίοδο που προηγήθηκε της κήρυξης της πτώχευσης?
Ο σύνδικος έχει τη δυνατότητα να υποβάλλει εγκλήσεις ή αγωγές κατά προσώπων, που με τις πράξεις τους, προ της κήρυξης της πτώχευσης, επηρέασαν δυσμενώς την περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη και συντέλεσαν στην παύση πληρωμών του, καθώς και να δηλώσει παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας, ενώπιον των αρμοδίων δικαστικών και εισαγγελικών αρχών.Η ευρεία αυτή δυνατότητα που δίνεται στο σύνδικο, έχει ως σκοπό την πρόληψη και αποφυγή δολίων συμπεριφορών που οδηγούν μία υγιή οικονομική οντότητα σε κατάσταση πτώχευσης, με αποτέλεσμα τη δυσλειτουργία της αγοράς και την νόθευση του ανταγωνισμού. (Άρθρο 148).

129. Πώς καθορίζεται η αντιμισθία του συνδίκου?

Η αντιμισθία του συνδίκου ορίζεται καταρχήν από το πτωχευτικό δικαστήριο, ενώ, δευτερευόντως, επιτρέπεται και αμοιβή βάσει συμφωνίας με τους πιστωτές. Εξάλλου,

υπάρχει πρόβλεψη στο νόμο και για πρόσθετη αμοιβή στον σύνδικο μετά από σχετικό αίτημα του και κατόπιν απόφασης της συνέλευσης των πιστωτών, αμοιβή συνδεόμενη όμως με την επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος. (Άρθρο 149).

130. Πώς συγκαλείται η συνέλευση των πιστωτών, ποιοι δικαιούνται να συμμετέχουν σε αυτήν και πώς αποφασίζουν?
Η συνέλευση των πιστωτών αποτελείται από όλους τους πιστωτές της πτώχευσης, καθώς και από τους πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις τελούν υπό αίρεση. Συγκαλείται από τον εισηγητή και δημοσιοποιείται πέντε (5) ημέρες πριν την ημέρα της σύγκλησης. Σημειωτέον ότι οποιοσδήποτε πιστωτής μπορεί να αιτηθεί προς τον εισηγητή τη σύγκληση της συνέλευσης ορίζοντας και τα προς απόφαση θέματα.
Μέχρι την επαλήθευση των πιστώσεων, η συνέλευση αποτελείται από τους πιστωτές που συγκαταλέγονται στην κατάσταση πιστωτών, στην οποία βασίστηκε η απόφαση για την κήρυξη της πτώχευσης. Μετά την επαλήθευση των πιστώσεων, στη συνέλευση μετέχουν οι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις έγιναν δεκτές, έστω και προσωρινά κατά τη διάρκεια της επαλήθευσης. Απαρτία υπάρχει, αν μετέχουν στη συνέλευση πιστωτές που εκπροσωπούν τουλάχιστον το 50% των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη. Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί απαρτία, η συνέλευση επαναλαμβάνεται με όσους, ανεξάρτητα από ύψος των απαιτήσεών τους, ευρεθούν παρόντες, Οι αποφάσεις της συνέλευσης λαμβάνονται κατά πλειοψηφία των απαιτήσεων που εκπροσωπούνται σε αυτή. (Άρθρα 150-151).

131. Πώς αναγγέλλονται στην πτώχευση οι απαιτήσεις των πιστωτών του οφειλέτη που πτώχευσε, συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου, και εντός ποιάς προθεσμίας?
Καταρχάς ο πτωχός οφειλέτης υποχρεούται να παραδώσει στον σύνδικο κατάλογο των πιστωτών του και του ύψους των απαιτήσεών τους, με κάθε στοιχείο που έχει στη διάθεση του. Στη συνέχεια ο σύνδικος οφείλει αμέσως να ενημερώσει εγγράφως όλους τους πιστωτές που είναι γνωστής διαμονής και τους καλεί να αναγγείλουν την απαίτησή τους και να καταχωρήσουν τα έγγραφα στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας και τις προθεσμίες εντός των οποίων υποχρεούνται σε αναγγελία και επαλήθευση των απαιτήσεών τους, και επισημαίνει τις συνέπειες από την παράλειψη ή το εκπρόθεσμο της αναγγελίας της κατάθεσης των εγγράφων ή της επαλήθευσης των απαιτήσεων.
Η αναγγελία απαίτησης πιστωτή γίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσιοποίηση της κήρυξης της πτώχευσης. Κατ’ εξαίρεση, οι απαιτήσεις του Δημοσίου αναγγέλλονται το αργότερο μέχρι τη σύνταξη του τελευταίου πίνακα διανομής, δεν υπόκεινται στην διαδικασία επαλήθευσης και συμμετέχουν μόνο σε διανομές που δεν έχουν διαταχθεί μέχρι την αναγγελία τους. Η προθεσμία αναγγελίας αναστέλλεται για το χρονικό διάστημα από 1η έως 31η Αυγούστου.

Κατ’ εξαίρεση, πιστωτές που δεν ανήγγειλαν την απαίτησή τους μέσα στη νόμιμη προθεσμία, ώστε να μετάσχουν στην επαλήθευση, μπορούν με το ένδικο βοήθημα της ανακοπής και δικά τους έξοδα να ζητήσουν την επαλήθευσή της από το πτωχευτικό δικαστήριο.
(Άρθρα 152-154).

132. Πώς γίνεται η επαλήθευση των απαιτήσεων της πτώχευσης?

Μετά την παρέλευση της προθεσμίας αναγγελίας ο σύνδικος επαληθεύει τις απαιτήσεις που έχουν αναγγελθεί, υποχρεωτικά εντός τριών(3) μηνών από τη λήξη της προθεσμίας αναγγελίας, με αντιπαραβολή των εγγράφων του πιστωτή προς τα βιβλία και τα υπόλοιπα έγγραφα του οφειλέτη. Ο εισηγητής μπορεί να ζητήσει την προσκόμιση των βιβλίων του πιστωτή ή ακριβούς αποσπάσματος αυτών ως αποδεικτικού μέσου. Στη συνέχεια ο σύνδικος συντάσσει πίνακα των απαιτήσεων που επαληθεύθηκαν, τον οποίο και δημοσιεύει. Σημειωτέον, ότι έχει τη δυνατότητα να συμπληρώνει στον πίνακα αυτό τη συνολική ικανοποίηση κάθε απαίτησης, μετά από κάθε τυχόν προσωρινή διανομή.
(Άρθρα 155-156).

133. Η ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη λαμβάνει χώρα μετά την επαλήθευση των απαιτήσεων της πτώχευσης? Πότε διανέμεται το προϊόν της ρευστοποίησης στους πιστωτές?
Όχι. Μία από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις του νέου νομοθετικού πλαισίου είναι η αποσύνδεση της ρευστοποίησης του ενεργητικού από την επαλήθευση των πιστώσεων. Κι αυτό έγινε διότι η καθυστέρηση στη ρευστοποίηση του ενεργητικού οδηγεί στην απαξίωση των περισσότερων περιουσιακών στοιχείων, ενώ προκαλεί έξοδα για τη φύλαξη και την ασφάλισή τους. Επιπλέον, πέραν του συμφέροντος των πιστωτών, η ταχύτερη δυνατή επιστροφή των περιουσιακών στοιχείων του πτωχεύσαντα στην παραγωγική διαδικασία ευνοεί και την εθνική οικονομία, αφού η χρήση τους γεννά θέσεις εργασίας, φορολογικά έσοδα κλπ. Έτσι, με βάση το νέο νόμο μετά την ολοκλήρωση της απογραφής ο σύνδικος προβαίνει χωρίς καθυστέρηση στη ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη και μετά την ολοκλήρωση της επαλήθευσης των απαιτήσεων προβαίνει στη διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης στους πιστωτές.(Άρθρο 157).

134. Ποια διαδικασία ακολουθείται σε περίπτωση που το πτωχευτικό δικαστήριο αποφασίσει την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού μιας επιχείρησης ή των επιμέρους λειτουργικών κλάδων αυτής? Τι γίνεται όταν η διαδικασία αυτή αποβεί άκαρπη?

Ο σύνδικος, με την εγκατάστασή του στη διοίκηση της επιχείρησης, συντάσσει απογραφή των στοιχείων της επιχείρησης και εν συνεχεία καταρτίζει με βάση την απογραφή υπόμνημα προσφοράς, στο οποίο, περιλαμβάνει και κάθε πληροφορία χρήσιμη για την εικόνα του ενεργητικού της. Στη συνέχεια διενεργεί δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό για την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή επιμέρους λειτουργικών συνόλων της επιχείρησης το συντομότερο δυνατόν. Ο πλειοδοτικός διαγωνισμός μπορεί να αφορά και την εκποίηση περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων και των μελλοντικών απαιτήσεων, εφόσον αυτά δεν εντάσσονται σε κάποιο από τα εκποιούμενα λειτουργικά σύνολα. Για την εκποίηση του ενεργητικού ως σύνολο ή ως μέρη, ο σύνδικος απευθύνεται σε συμβολαιογράφο και ακολουθείται η ισχύουσα διαδικασία για την εκποίηση περιουσιακών στοιχείων μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας e-auction, με την εξαίρεση ότι δεν τίθεται τιμή πρώτης προσφοράς. Ο σύνδικος μπορεί να διαθέτει προς τους ενδιαφερομένους πληροφορίες ως προς τα διατιθέμενα περιουσιακά στοιχεία, την επιχειρηματική δραστηριότητα, τις εκκρεμείς συμβάσεις και τα εργασιακά θέματα και τις σχέσεις του οφειλέτη που αφορούν το διατιθέμενο λειτουργικό σύνολο, καθώς και πρόσβαση στους ενδιαφερομένους αγοραστές στα στοιχεία της εταιρείας. Εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από τη λήξη της διαδικασίας, σύμφωνα με τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό, ο σύνδικος συντάσσει έκθεση, η οποία αναφέρει τον πλειοδότη, και η οποία δημοσιοποιείται. Η συνέλευση των πιστωτών εγκρίνει ή απορρίπτει τη συναλλαγή.
Σε περίπτωση που παρέλθουν δεκαοκτώ (18) μήνες από την κήρυξη της πτώχευσης και δεν εκκρεμεί διαδικασία για την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή επιμέρους λειτουργικών συνόλων της επιχείρησης ή περιουσιακών στοιχείων, η διαδικασία εκποίησης με βάση τα ανωτέρω θεωρείται ότι έχει λήξει και ο σύνδικος προχωρά σε κατ’ ιδίαν εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, σύμφωνα με τα άρθρα 162 επ. του Νόμου. (Άρθρα 158-161).

135. Πώς διενεργείται η κατ’ ιδίαν εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη? Κι αν αυτά είναι κινητά μικρής αξίας, δηλαδή κάτω από 50.000 Ευρώ?
Γενικά, η ενιαία εκποίηση ακινήτων και των παραρτημάτων αυτών που αποτελούν οικονομικό σύνολο, πλοίων και αεροσκαφών του οφειλέτη, ανεξαρτήτως αξίας, καθώς και η εκποίηση κινητών ή ομάδων κινητών του οφειλέτη, η αξία καθενός από τα οποία είναι τουλάχιστον ίση με πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, πραγματοποιείται κατά το πρότυπο του άρθρου 1001Α Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Παρέχεται η δυνατότητα στους πιστωτές που έχουν εξασφάλιση της απαίτησης τους με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης ή ενέχυρο, να προχωρήσουν αυτοί στην εκποίηση των βεβαρυμμένων πραγμάτων. Αν όμως αυτοί καθυστερούν και είτε δεν εκκινούν τη διαδικασία εντός εννεάμηνου από την κήρυξη της πτώχευσης, είτε η εκτέλεση καθυστερεί μετά την έναρξή της, αναλαμβάνει να εκποιήσει τα βεβαρυμμένα πράγματα ο σύνδικος, κάτι που δεν βλάπτει τους ενέγγυους πιστωτές, αφού διατηρούν το προνόμιό τους στην κατάταξη. Επίσης προβλέπεται ότι υπάλληλος του

πλειστηριασμού ορίζεται συμβολαιογράφος, κάτι που επιτρέπει τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού με τη μέγιστη δυνατή διαφάνεια με ηλεκτρονικά μέσα. Ο χρόνος για τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού (30-45 ημέρες) επιτρέπει την επιτάχυνση της ρευστοποίησης του ενεργητικού, ενώ ταυτόχρονα είναι επαρκής για να ενημερωθούν οι υποψήφιοι αγοραστές. Αποκλείεται η άσκηση ανακοπής ή άλλου ένδικου μέσου ή βοηθήματος κατά του προσδιορισμού τιμής πρώτης προσφοράς. Τα κινητά του οφειλέτη αξίας μικρότερης από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εκποιούνται ως μία ή περισσότερες ομάδες πραγμάτων, σύμφωνα με την ίδια διαδικασία που περιγράφεται αναλυτικά στα άρθρα 162-164 του Νόμου.. (Άρθρα 162, 165)

136. Πώς γίνεται η διανομή του εκπλειστηριάσματος και η κατάταξη των πιστωτών;

Ο σύνδικος συντάσσει πίνακα κατάταξης, τον οποίο υποβάλλει στον εισηγητή, ο οποίος τον κηρύσσει εκτελεστό και τον δημοσιεύει.
Η κατάταξη των πιστωτών γίνεται κατά αναλογική εφαρµογή των άρθρων 975 ως 978 του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας µε τις ακόλουθες τροποποιήσεις:

α) αα) Προστίθενται ως πρώτη τάξη των γενικών προνοµίων του άρθρου 975 του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας οι απαιτήσεις από χρηµατοδοτήσεις οποιασδήποτε φύσεως προς την επιχείρηση του οφειλέτη, προκειµένου να εξασφαλιστεί η συνέχιση της δραστηριότητας και των πληρωµών της, η διάσωσή της και η διατήρηση ή επαύξηση της περιουσίας της, µε βάση τη συµφωνία εξυγίανσης.

αβ) Το ίδιο προνόµιο έχουν και απαιτήσεις προσώπων που, µε βάση τη συµφωνία εξυγίανσης, συνεισέφεραν αγαθά ή υπηρεσίες προς τον σκοπό συνέχισης της δραστηριότητας της επιχείρησης και των πληρωµών, για την αξία των αγαθών ή των υπηρεσιών που συνεισέφεραν.

αγ) Το ίδιο προνόµιο έχουν και απαιτήσεις από χρηµατοδότηση κάθε φύσης και παροχή αγαθών και υπηρεσιών προς την επιχείρηση του οφειλέτη που χορηγούνται για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου και γεννώνται κατά το χρονικό διάστηµα των διαπραγµατεύσεων για την επίτευξη συµφωνίας εξυγίανσης, το οποίο µπορεί να απέχει έως έξι (6) µήνες από την ηµεροµηνία υποβολής της αίτησης επικύρωσης, ανεξάρτητα από την επικύρωση ή µη της συµφωνίας εξυγίανσης, εφόσον οι σκοποί των χρηµατοδοτήσεων ή των παροχών και η ύπαρξη του προνοµίου προβλέπονται ρητά στη συµφωνία εξυγίανσης ή σε συµβάσεις που καταρτίζονται κατά το ανωτέρω χρονικό διάστηµα.

αδ) Τα προνόµια της περ. α΄ δεν αφορούν σε µετόχους ή εταίρους για τις εισφορές τους σε µετρητά ή σε είδος στο πλαίσιο αύξησης του κεφαλαίου του οφειλέτη.

β) Επί πωλήσεως της επιχείρησης ως συνόλου, αν υπάρχουν ειδικοί προνοµιούχοι πιστωτές επί κατ’ ιδίαν αντικειµένων της περιουσίας του οφειλέτη, κατατάσσονται ειδικά επί του ποσού του µέρους του τιµήµατος που αντιστοιχεί στο µεταβιβασθέν στοιχείο επί του οποίου υπάρχει το ειδικό προνόµιο, του οποίου η αξία υπολογίζεται για την κατάταξή τους.

Αν εκτός από τις απαιτήσεις των ως άνω υποπερ. αα΄ και αγ΄ της περ. α΄ υπάρχουν άλλες απαιτήσεις µε γενικό προνόµιο ή ειδικό προνόµιο ή ανέγγυες απαιτήσεις, η κατάταξη κατ’ άρθρο 977 του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας χωρεί µετά την ολοσχερή ικανοποίηση των ανωτέρω απαιτήσεων των υποπερ. αα΄ έως αγ΄ της περ. α΄.(άρθρο 167 παρ. 2 )

137. Ποια ποσά προαφαιρούνται από το εκπλειστηρίασμα;

Από το εκπλειστηρίασµα προαφαιρούνται τα ποσά που απαιτούνται για την ικανοποίηση των δικαστικών εξόδων, των εξόδων διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας και των οµαδικών πιστωµάτων. (άρθρο 167 παρ. 1 και 2)

138. Πώς γίνεται η διανομή στους πιστωτές σε περίπτωση που ο σύνδικος έχει υποβάλει σχέδιο περιοδικών πληρωμών;

Eάν ο σύνδικος έχει υποβάλει σχέδιο περιοδικών πληρωμών, τα ποσά διανέµονται από τον σύνδικο συµµέτρως στους πιστωτές. (άρθρο 167 παρ. 3)

139. Προβλέπεται άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης;

Εντός προθεσµίας δέκα (10) ηµερών από τη δηµοσιοποίηση του πίνακα κατάταξης, ο οφειλέτης και οι αναγγελθέντες πιστωτές, που έχουν αντιρρήσεις ως προς την επαλήθευση, δηλαδή το περιεχόµενο του πίνακα πτωχευτικών πιστωµάτων, και ως προς την κατάταξη, έχουν δικαίωμα να ασκήσουν ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης. Σε περίπτωση που ασκηθούν περισσότερες ανακοπές κατά του πίνακα κατάταξης εισάγονται από κοινού και στο σύνολό τους, εντός είκοσι (20) ηµερών από την δηµοσιοποίηση του πίνακα κατάταξης, ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, το οποίο αποφαίνεται αµετακλήτως. (άρθρο 168 παρ. 1 και 2)

140. Πώς κατατάσσονται οι ενυπόθηκοι πιστωτές;

Οι ενυπόθηκοι πιστωτές: α) εάν δεν έχουν πλήρως εξοφληθεί από το τίµηµα των ακινήτων, και το προϊόν εκποίησης των ακινήτων διανεμηθεί πριν το προϊόν εκποίησης των κινητών ή και συγχρόνως, συντρέχουν ως προς το οφειλόµενο υπόλοιπο σε κάθε διανοµή µε τους ανέγγυους πιστωτές, µε την προϋπόθεση ότι οι απαιτήσεις των προνοµιούχων πιστωτών έχουν επαληθευθεί στα χρέη της πτώχευσης, β) εάν καταταγούν στο τίµηµα των ακινήτων

για µέρος µόνον των απαιτήσεών τους, για το υπόλοιπο κατατάσσονται ως ανέγγυοι µε τους λοιπούς πιστωτές, γ) οι πιστωτές µε ειδικό προνόµιο (συµπεριλαµβανοµένων των ενυπόθηκων πιστωτών) των οποίων οι απαιτήσεις έχουν επαληθευθεί, και πριν τη διανοµή του τιµήµατος των ακινήτων πραγµατοποιηθούν χρηµατικές διανοµές από την εκποίηση των κινητών ή χρηµατικά διαθέσιµα του οφειλέτη, συµµετέχουν στις διανοµές αυτές στο σύνολο των πιστωµάτων τους. Εάν ωστόσο εισπράξουν περισσότερα από την οριστική τους αναλογία, οι ανέγγυοι πιστωτές υποκαθίστανται στη θέση τους για το επιπλέον της οριστικής τους αναλογίας εισπραχθέν ποσόν, ενώ όσοι από τους ενυπόθηκους πιστωτές δεν καταταγούν επωφελώς στο τίµηµα, θεωρούνται ανέγγυοι πιστωτές. (άρθρο 169 )

141. Ποιες είναι οι φορολογικές διευκολύνσεις που προβλέπονται σε περίπτωση ρύθμισης μέρους ή συνόλου των χρεών του οφειλέτη φυσικού ή νομικού προσώπου στο πλαίσιο του παρόντος νόμου;

Σε περίπτωση ρύθμισης μέρους ή συνόλου των χρεών στο πλαίσιο των διαδικασιών του παρόντος νόμου, προβλέπεται μία σειρά φορολογικών διευκολύνσεων, υπό την επιφύλαξη των ρητώς μνομονευόμενων εξαιρέσεων :

α) η ωφέλεια νοµικών και φυσικών προσώπων η οποία προκύπτει από τη διαγραφή ή ρύθµιση µέρους ή του συνόλου των χρεών τους, ως αποτέλεσµα: α. Αναδιάρθρωσης οφειλών στο πλαίσιο του εξωδικαστικού µηχανισµού ρύθµισης οφειλών ή β. συµφωνίας εξυγίανσης ανεξάρτητα από τη συναίνεση του οικείου πιστωτή (προκειμένου για νομικά πρόσωπα ή φυσικά πρόσωπα που αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα) ή γ. απαλλαγής που προβλέπεται στα άρθρα 192 έως 196, δεν θεωρείται δωρεά και δεν αποτελεί εισόδηµα.

β) το κέρδος από τη µεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη κατ’ εφαρµογή συµφωνίας εξυγίανσης ή της πτωχευτικής εκκαθάρισης του παρόντος νόμου, απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήµατος φυσικών και νοµικών προσώπων.

γ) κάθε σύµβαση που συνάπτεται και κάθε πράξη που ενεργείται στο πλαίσιο της πτωχευτικής εκκαθάρισης του παρόντος νόμου, της εξωδικαστικής ρύθµισης οφειλών ή της συµφωνίας εξυγίανσης ή της άσκησης του δικαιώµατος για την μεταβίβαση της κύριας κατοικίας του ευάλωτου οφειλέτη στον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης του άρθρου 219 του παρόντος νόµου, οι συνεπεία αυτής επιµέρους µεταβιβάσεις, οι µεταγραφές και κάθε άλλη πράξη για την πραγµάτωση τους, απαλλάσσονται αυτοδικαίως από τέλη χαρτοσήµου και κάθε άλλο έµµεσο φόρο ή τέλος (πλην Φ.Π.Α. για τον οποίο εφαρµόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φ.Π.Α. και του Φ.Μ.Α.).

δ)κάθε σύµβαση που συνάπτεται και κάθε πράξη που ενεργείται στο πλαίσιο μεταβίβασης περιουσίας και απαιτήσεων επιχείρησης σε εκτέλεση συμφωνίας εξυγίανσης κατά το άρθρο

64, μεταβίβασης του ενεργητικού της πτωχευτικής περιουσίας, κατά το άρθρο 160, ή μεταβίβασης της κύριας κατοικίας των ευάλωτων οφειλετών στον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης του άρθρου 219, οι συνεπεία αυτής επιµέρους µεταβιβάσεις, οι µεταγραφές και κάθε άλλη πράξη για την πραγµάτωσή τους, απαλλάσσονται αυτοδικαίως από κάθε φόρο, τέλος ή δικαίωµα του Δηµοσίου ή τρίτων, καθώς και τελών χαρτοσήµου µε εξαίρεση τον Φ.Π.Α. για τον οποίο εφαρµόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φ.Π.Α., χωρίς να απαιτείται και η υποβολή οποιασδήποτε σχετικής δήλωσης στην αρµόδια Δηµόσια Οικονοµική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.).

ε) ο σύνδικος δεν απαιτείται να προσκοµίσει πιστοποιητικά φορολογικής ή ασφαλιστικής ενηµερότητας του οφειλέτη ή οποιαδήποτε άλλα πιστοποιητικά για τη λήψη δανείων, πιστοδοτήσεων και χρηµατοδοτήσεων οποιασδήποτε µορφής, ή για οποιαδήποτε συναλλαγή του γενικά µε το Δηµόσιο. Κατ’ εξαίρεση προσκοµίζεται το πιστοποιητικό του άρθρου 54Α του Κ.Φ.Δ., στις περιπτώσεις που αυτό απαιτείται.

στ) σε σύναψη σύµβασης µεταβίβασης, στο πλαίσιο του παρόντος νόμου, καθώς και συμβολαιογραφικών πράξεων που αφορούν σε δικαιοπραξίες του συνδίκου κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και αφορούν τον οφειλέτη, δεν απαιτείται, να µνηµονεύονται ή να προσαρτώνται πιστοποιητικά της φορολογικής διοίκησης οποιασδήποτε µορφής ή χρήσης, ούτε οποιασδήποτε άλλης δηµόσιας υπηρεσίας, οργανισµού ή εταιρείας ή των Ο.Τ.Α. ή πολεοδοµική αρχή, ούτε βεβαιώσεις ή υπεύθυνες δηλώσεις τρίτων προβλεπόµενες σε οποιαδήποτε διάταξη νόµου, με εξαίρεση την αναφορά και προσάρτηση αντιγράφου κτηματολογικού φύλλου και αποσπάσματος κτηµατολογικού διαγράµµατος για τα µεταβιβαζόµενα δικαιώµατα σε ακίνητα περιοχών στις οποίες λειτουργεί κτηµατολόγιο και τοπογραφικού διαγράμματος, όπου απαιτείται κατά την κείµενη νοµοθεσία. (άρθρο 170)

142. Ποιο είναι το αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο για την κήρυξη των πτωχεύσεων μικρού αντικειμένου ;

Για την κήρυξη πτωχεύσεων μικρού αντικειμένου εφαρμόζεται απλοποιημένη διαδικασία και αρµόδιο πτωχευτικό δικαστήριο είναι το Ειρηνοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την κύρια κατοικία του, εφόσον δεν ασκεί επιχειρηµατική δραστηριότητα, ή το κέντρο των κυρίων συµφερόντων του. Σε περίπτωση αµφισβήτησης, κύρια κατοικία είναι η αναφερόµενη ως κατοικία του οφειλέτη στην τελευταία προ της κατάθεσης αίτησης πτώχευσης φορολογική δήλωσή του. (άρθρο 172)

143. Πώς υποβάλλεται η αίτηση πτώχευσης μικρού αντικειμένου και πώς ορίζεται ο εισηγητής;

Η αίτηση πτώχευσης µικρού αντικειµένου υποβάλλεται ηλεκτρονικά, µέσω του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας, στο οποίο και δηµοσιοποιείται για χρονικό διάστηµα τριάντα (30) ηµερών. Σε περίπτωση που εντός αυτού του χρονικού διαστήµατος δεν υποβληθεί παρέµβαση κατά της αίτησης ή υποβληθεί παρέµβαση που αφορά µόνο τον διορισµό συνδίκου, η αίτηση γίνεται δεκτή µε µόνη τη διαπίστωση παρέλευσης του χρονικού διαστήµατος από το πτωχευτικό δικαστήριο. Με την ίδια απόφαση ορίζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο ο εισηγητής. (άρθρο 173 παρ. 1)

144. Απαιτείται η κατάθεση γραμματίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων στις αιτήσεις πτώχευσης μικρού αντικειμένου;

Για τις πτωχεύσεις µικρού αντικειµένου, για τις οποίες υποβάλλει αίτηση ο οφειλέτης, επισυνάπτει σε πρωτότυπο, µε ποινή απαραδέκτου αυτής, γραµµάτιο κατάθεσης του Ταµείου Παρακαταθηκών και Δανείων διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για την αντιµετώπιση των πρώτων εξόδων της πτώχευσης, εκτός εάν πιθανολογείται ότι τα μη βεβαρυμμένα στοιχεία της περιουσίας του δεν επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας και τα ετήσια εισοδήματά του, πέραν των ευλόγων δαπανών διαβίωσης, δεν υπερβαίνουν τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης. Το ποσό αναλαµβάνεται από τον σύνδικο µε άδεια του εισηγητή. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης ή παραίτησης από το δικόγραφο, το ποσό επιστρέφεται στον οφειλέτη.(άρθρο 173 παρ. 2)

145. Ποιο πρέπει να είναι το περιεχόμενο της αίτησης πτώχευσης μικρού αντικειμένου;

Η αίτηση του οφειλέτη συνοδεύεται υποχρεωτικά, µε ποινή απαραδέκτου από τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία υποβάλλονται σε ηλεκτρονικό αντίγραφο, ήτοι:

α. από τις οικονοµικές καταστάσεις του οφειλέτη, εφόσον υπάρχουν, για την τελευταία χρήση για την οποία είναι διαθέσιµες,

β.σε περίπτωση αίτησης φυσικού ή νοµικού προσώπου που δεν δηµοσιεύει χρηµατοοικονοµικές καταστάσεις, από την τελευταία δήλωση φόρου εισοδήµατος, δήλωση στοιχείων ακινήτων και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, κατάσταση οικονοµικών στοιχείων από επιχειρηµατική δραστηριότητα. Επίσης συνοδεύεται από κατάσταση του συνόλου των πιστωτών του και από βεβαίωση της αρµόδιας οικονοµικής υπηρεσίας για τα χρέη του οφειλέτη προς το Δηµόσιο, καθώς και από άλλα έγγραφα που υποστηρίζουν τα παρεχόµενα από τον οφειλέτη στοιχεία.

Η αίτηση περιλαµβάνει συναίνεση πρόσβασης στα στοιχεία και στα συνοδευτικά έγγραφα που βρίσκονται σε βάσεις δεδοµένων του δηµόσιου τοµέα ή των χρηµατοπιστωτικώνιδρυµάτων.(άρθρο 174)

146. Τί ισχύει για τα προληπτικά μέτρα στην περίπτωση υποβολής αίτησης πτώχευσης μικρού αντικειμένου;

H αναστολή της παρ. 1 του άρθρου 86 δεν καταλαµβάνει ενέργειες εκτέλεσης ενέγγυων πιστωτών του οφειλέτη επί περιουσιακών στοιχείων επί των οποίων έχουν λάβει εµπράγµατη εξασφάλιση.(άρθρο 175)

147. Πότε βρίσκεται ο οφειλέτης σε παύση πληρωμών στις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου;

Επί πτωχεύσεων μικρού αντικειμένου, τεκμαίρεται ότι ο οφειλέτης βρίσκεται σε παύση πληρωµών όταν δεν καταβάλλει τις ληξιπρόθεσµες υποχρεώσεις του προς το Δηµόσιο, τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή πιστωτικά ή χρηµατοδοτικά ιδρύµατα, σε ύψος τουλάχιστον 60% των συνολικών του ληξιπρόθεσµων υποχρεώσεών του για περίοδο τουλάχιστον έξι (6) µηνών, εφόσον η µη εξυπηρετούµενη υποχρέωσή του υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ. H παύση πληρωμών µπορεί να συνίσταται και στην αδυναµία εκπλήρωσης ακόµα και µίας σηµαντικής ληξιπρόθεσµης χρηµατικής οφειλής.(άρθρο 176)

148. Προβλέπεται δικαίωμα άσκησης παρέμβασης από τους πιστωτές και ποιες είναι οι συνέπειες από την άσκηση αυτής;

Οι πιστωτές µπορούν να ασκήσουν ηλεκτρονικά στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας: α) είτε κύρια παρέµβαση με την οποία να ζητούν απόρριψη της αίτησης,
β)είτε πρόσθετη παρέμβαση, με την οποία, παρότι είναι σύµφωνοι µε την αίτηση, να ζητούν τον διορισµό συνδίκου, οπότε σύνδικος διορίζεται ο υποδεικνυόµενος από τον πιστωτή ή, σε περίπτωση περισσότερων της µιας παρεµβάσεων του ιδίου περιεχοµένου, ο υποδεικνυόµενος από τον πιστωτή που έχει την υψηλότερη απαίτηση.

Εφόσον υποβληθούν εµπρόθεσµα κύριες παρεµβάσεις, αντίγραφα των διαδικαστικών εγγράφων κατατίθενται σε έντυπη µορφή ή ηλεκτρονικά στο αρµόδιο Ειρηνοδικείο, µε µέριµνα του επιµελέστερου των διαδίκων και αντίγραφο της αίτησης πτώχευσης επιδίδεται εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών με φροντίδα του διαδίκου που επισπεύδει τη διαδικασία, στα λοιπά διάδικα μέρη.(άρθρο 177)

149. Τί προβλέπεται σε περίπτωση που η μη βεβαρυμμένη περιουσία και το εισόδημα του οφειλέτη δεν επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας;

Εφόσον, πιθανολογείται ότι τα µη βεβαρυµµένα στοιχεία της περιουσίας του οφειλέτη δεν επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας και τα ετήσια εισοδήµατα του οφειλέτη, πέραν των ευλόγων δαπανών διαβίωσης, δεν υπερβαίνουν τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης δεν διορίζεται σύνδικος και ο εισηγητής διατάσσει την καταχώρηση του ονόµατος ή της επωνυµίας του οφειλέτη στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας. Η καταχώρηση αυτή δεν επηρεάζει την εξέλιξη της διαδικασίας εκτέλεσης σε βάρος των βεβαρυµµένων στοιχείων από τους ενέγγυους πιστωτές.(άρθρο 178)

150. Στις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου προβλέπεται δικαίωμα ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης των πιστωτών;

Ναι, προβλέπεται η άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, επί της οποίας αποφαίνεται ο εισηγητής, ο οποίος, αφού ακούσει τους ενδιαφεροµένους, εκδίδει αιτιολογηµένη διάταξη, κατά της οποίας επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής, εντός δέκα (10) ηµερών, ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, το οποίο αποφαίνεται αµετάκλητα.(άρθρο 181)

151. Προβλέπεται προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει να περατωθεί η πτώχευση με την απλοποιημένη διαδικασία;

Eάν μέσα σε ένα έτος από την κήρυξη της απλοποιημένης διαδικασίας, δεν έχει περατωθεί η πτώχευση, ο σύνδικος υποχρεούται να υποβάλει στον εισηγητή έκθεση, στην οποία εξηγεί τους λόγους καθυστέρησης της διαδικασίας και σε περίπτωση που η καθυστέρηση αυτή κριθεί αδικαιολόγητη, τότε ο εισηγητής αποφασίσει την αντικατάσταση του συνδίκου. (άρθρο 188)

152. Πώς περατώνεται η πτώχευση;

Η πτώχευση περατώνεται με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:

α.µε την εκποίηση όλων των στοιχείων του ενεργητικού της και τη διανοµή του προϊόντος των εκποιήσεων στους πιστωτές,

β.µε την παύση των εργασιών της λόγω της έλλειψης ενεργητικού (ήτοι λόγω έλλειψης των αναγκαίων χρημάτων ή ευχερώς ρευστοποιήσιμης περιουσίας) ή λόγω παρέλευσης του οριζόµενου χρόνου των πέντε ετών από την κήρυξή της ή λόγω της εξόφλησης όλων των πτωχευτικών πιστωτών κατά το κεφάλαιο και τόκους µέχρι την κήρυξη της πτώχευσης.(άρθρο 189 παρ. 1)

153. Μπορεί να αναβιώσει το νομικό πρόσωπο μετά την περάτωση της πτώχευσης;

Nαι, η περάτωση της πτώχευσης λόγω εξόφλησης όλων των πτωχευτικών πιστωτών συνιστά λόγο αναβίωσης του νοµικού προσώπου τηρουµένων των διατάξεων του εταιρικού δικαίου. (άρθρο 189 παρ. 2)

153. Πώς και πότε λογοδοτεί ο σύνδικος;

Εντός µηνός από την περάτωση της πτώχευσης, µε οποιονδήποτε από τους προβλεπόµενους τρόπους, ο σύνδικος λογοδοτεί ενώπιον της συνέλευσης των πιστωτών µε τη συµµετοχή και του εισηγητή, o οποίος, συντάσσει αιτιολογηµένη διάταξη επί της λογοδοσίας, η οποία δεν προσβάλλεται µε προσφυγή.(άρθρο 190)

155. Πότε επέρχεται η παύση των εργασιών της πτώχευσης;

Η παύση των εργασιών της πτώχευσης επέρχεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α. με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου, μετά από αίτηση του οφειλέτη, του πιστωτή ή του συνδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, εάν οι εργασίες της πτώχευσης δεν µπορούν να εξακολουθήσουν, λόγω έλλειψης των αναγκαίων χρηµάτων ή ευχερώς ρευστοποιήσιµης περιουσίας,

β. αυτοδικαίως μετά την παρέλευση πέντε (5) ετών από την κήρυξη της πτώχευσης. Κατ’ εξαίρεση και µόνο, εάν µέχρι τη συµπλήρωση της ανωτέρω προθεσµίας των πέντε (5) ετών έχει συνταχθεί πίνακας διανοµής, κατά του οποίου εκκρεµεί ανακοπή, το αρµόδιο πτωχευτικό δικαστήριο, έχει τη δυνατότητα, με απόφασή του, να παρατείνει, περαιτέρω, την πτωχευτική διαδικασία, µέχρι την έκδοση αµετακλήτου αποφάσεως, επί της ανακοπής και την, χωρίς καθυστέρηση, ολοκλήρωση της διανοµής. Ακόµη και αν δεν συντρέχουν οι παραπάνω προυποθέσεις, εφόσον υπάρχει απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών, το δικαστήριο µπορεί να παρατείνει την πτωχευτική διαδικασία άπαξ µέχρι δύο (2) έτη. (άρθρο 191)

156. Πότε επέρχεται απαλλαγή του οφειλέτη φυσικού προσώπου από τις οφειλές του προς τους πτωχευτικούς πιστωτές;

Η πτώχευση συνοδεύεται από την απαλλαγή οφειλών.

Ο οφειλέτης φυσικό πρόσωπο απαλλάσσεται πλήρως από κάθε οφειλή προς τους πτωχευτικούς πιστωτές, ανεξαρτήτως του αν έχουν αναγγελθεί ή όχι, τριάντα έξι (36)

µήνες από την ηµεροµηνία κήρυξης της πτώχευσης ή την καταχώρησή του στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας (κατ΄άρθρο 77 παρ. 4), εκτός εάν εντός της παραπάνω προθεσµίας υποβληθεί προσφυγή οποιουδήποτε έχει έννοµο συµφέρον κατά της απαλλαγής του.

Ειδικά για τους οφειλέτες της παρ. 3 του άρθρου 92, των οποίων δηλαδή η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει την κύρια κατοικία ή/και άλλα πάγια περιουσιακά στοιχεία που υπερβαίνουν σε αξία το 10% των συνολικών τους υποχρεώσεων και η ελάχιστη αξία τους δεν υπολείπεται των 100.000 Ευρώ, η απαλλαγή επέρχεται σε ένα έτος, εκτός αν προβληθούν ενστάσεις για δόλια πτώχευση ή απόκρυψη στοιχείων από τους πιστωτές.(άρθρο 192 παρ. 1 και 2)

157. Πότε επέρχεται η απαλλαγή, εάν η προθεσμία των τριών ετών ή του ενός έτους, κατά περίπτωση, λήγει εντός πενταετίας από προηγούμενη απαλλαγή του οφειλέτη;

Σε περίπτωση που η προθεσµία των τριών ετών ή του ενός έτους, κατά περίπτωση, λήγει εντός πενταετίας από προηγούµενη απαλλαγή του οφειλέτη, συµπεριλαµβανοµένης και της απαλλαγής κατά τον ν. 3869/2010 (Α΄ 130), τότε η απαλλαγή επέρχεται στην πέµπτη επέτειο της προηγούµενης απαλλαγής.(άρθρο 192 παρ. 3)

158. Πότε μπορεί ο πτωχός να ξεκινήσει να δραστηριοποιείται επαγγελματικά;

Για να μπορέσει ο πτωχός να δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά, πρέπει να έχει απαλλαγεί από τις οφειλές του. Με το νέο νόμο προβλέπεται αυτοδίκαιη απαλλαγή του οφειλέτη με την πάροδο τριών ετών από την κήρυξη της πτώχευσης(με ειδική ρύθμιση για την περίπτωση δεύτερης απαλλαγής εντός πενταετίας, οπότε και η απαλλαγή επέρχεται στο τέλος της πενταετίας).Κατ’ εξαίρεση προβλέπεται ότι οφειλέτες των οποίων η πτώχευση προκάλεσε την απώλεια της κύριας κατοικίας τους ή πάγιου περιουσιακού τους στοιχείου ή στοιχείων που ως αξία ισούνται κατ’ ελάχιστον προς το 10% του συνολικού τους χρέους και το ποσό των 100.000 ευρώ (και δεν αποκτήθηκε τους 12 μήνες που προηγήθηκαν της αίτησης πτώχευσης) απαλλάσσονται την πρώτη επέτειο της κήρυξης πτώχευσης.(Άρθρο 192)

Σε κάθε περίπτωση, ο πτωχός μπορεί να ασκήσει το επάγγελμά του άμεσα μετά την κήρυξη της πτώχευσης, καθώς δεν ανακαλείται πλέον η επαγγελματική του άδεια ή η άδεια εργασίας του.

159. Η απαλλαγή είναι γενική προς όλους τους πιστωτές; Υπάρχουν οφειλές από τις οποίες δεν απαλλάσσεται ο οφειλέτης;

Ο οφειλέτης φυσικό πρόσωπο απαλλάσσεται πλήρως από κάθε οφειλή προς τους πτωχευτικούς πιστωτές, ανεξαρτήτως του αν έχουν αναγγελθεί ή όχι.

Ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται από οφειλές που δημιουργήθηκαν μετά την υποβολή της αίτησης πτώχευσης (σε περίπτωση χρεών προς το Δημόσιο κρίσιμος χρόνος είναι ο χρόνος στον οποίο ανάγεται η υποχρέωση και όχι ο χρόνος δημιουργίας του νόμιμου τίτλου). Επίσης, δεν απαλλάσσεται από οφειλές από δόλο ή βαρεία αμέλεια που προκάλεσε θάνατο ή σωματική βλάβη προσώπου, οφειλές από τα αδικήματα του ν. 4557/2018 (Α’ 139) και οφειλές διατροφής. (Άρθρο 192 & 194)

160. Για ποιους λόγους μπορεί να μην τύχει απαλλαγής ο οφειλέτης;

Ο οφειλέτης μπορεί να μην τύχει απαλλαγής, αν η αδυναμία εκπλήρωσης, την οποία διαπιστώνει η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση, οφείλεται σε δόλιες ενέργειες του οφειλέτη ή ότι ο οφειλέτης δεν επέδειξε καλή πίστη είτε κατά την κήρυξη της πτώχευσης είτε και κατά τη διάρκειά της, δεν έχει υπάρξει συνεργάσιμος με τα όργανα της πτώχευσης, έχει δολίως αποκρύψει εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας, ή ότι είτε εκκρεμεί ποινική δίωξη κατά του οφειλέτη για κάποια από τις πράξεις του Ενάτου Μέρους του Δεύτερου Βιβλίου του Νόμου… (άρθρα 197επ), όπως χρεοκοπία ή για κάποια από τις κακουργηματικές πράξεις της κλοπής, απάτης, υπεξαίρεσης καταδολίευσης δανειστών, δόλιας χρεοκοπίας, υπεξαίρεσης ή πλαστογραφίας του Ποινικού Κώδικα ή φοροδιαφυγής που αποτελεί ειδικό ποινικό αδίκημα ή ότι έχει καταδικαστεί για κάποια από αυτές τις πράξεις.
(Άρθρο 193)

161. Ποια είναι η διαδικασία ώστε να εμποδιστεί η απαλλαγή ενός οφειλέτη;

Προκειμένου να μην τύχει της απαλλαγής ένας οφειλέτης που πτώχευσε, απαιτείται προσφυγή στο πτωχευτικό δικαστήριο, το οποίο αποφαίνεται ύστερα από σχετική έκθεση του εισηγητή, στην οποία καταχωρούνται και οι τυχόν παρατηρήσεις του οφειλέτη και των πιστωτών, και αφού ακούσει τον σύνδικο.

(Άρθρο 193)

162. Υπάρχει δυνατότητα ανατροπής της απαλλαγής;

Σε περίπτωση που, μετά την απαλλαγή οφειλέτη, αποδειχθεί ότι παρέλειψε δολίως ή από βαριά αμέλεια την αποκάλυψη της οικονομικής και περιουσιακής του κατάστασης κατά την διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας ή δεν τήρησε τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το σχέδιο πληρωμών, το πτωχευτικό δικαστήριο εντός τριετίας από την επέλευση της

απαλλαγής, μπορεί μετά από αίτημα πιστωτή να ανακαλέσει την απαλλαγή εν όλω ή εν μέρει ή να θέσει προϋποθέσεις της απαλλαγής, όπως την εξόφληση των οφειλομένων από το σχέδιο πληρωμών.
(Άρθρο 194)

163. Τι ισχύει με την ευθύνη των εκπροσώπων νομικών προσώπων που πτώχευσαν;

Προβλέπεται απαλλαγή των εκπροσώπων νομικών προσώπων που ενήργησαν καλόπιστα για χρέη που προέκυψαν εντός της ύποπτης περιόδου ή στη διάρκεια των 12 μηνών που προηγήθηκαν αυτής. Η απαλλαγή επέρχεται 36 μήνες από την υποβολή της αίτηση πτώχευσης ή εάν συμβεί νωρίτερα την παρέλευση 24 μηνών από την κήρυξή της πτώχευσης ή της καταχώρησης του ονόματος ή επωνυμίας της επιχείρησης στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας.
Δεν απαλλάσσονται πλήρως αυτοί που καταδικάστηκαν για κάποια από τις πράξεις του Ενάτου Μέρους του Δεύτερου Βιβλίου του Νόμου… (άρθρα 197επ), όπως χρεοκοπία ή για κάποια από τις κακουργηματικές πράξεις της κλοπής, απάτης, υπεξαίρεσης ή πλαστογραφίας του Ποινικού Κώδικα.
(Άρθρο 195)

164. Στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (άρθρο 50) προβλέπεται αλληλέγγυα ευθύνη των εκπροσώπων νομικών προσώπων. Τι ισχύει τελικά;
Η διάταξη του άρθρου 195 ως ειδική υπερισχύει του άρθρου 50 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας και άλλων διατάξεων που προβλέπουν αλληλέγγυα ευθύνη των εκπροσώπων νομικών προσώπων. Συνεπώς, απαλλάσσονται οι εκπρόσωποι των νομικών προσώπων που ενήργησαν καλόπιστα για χρέη που προέκυψαν εντός της ύποπτης περιόδου ή στη διάρκεια των 12 μηνών που προηγήθηκαν αυτής.
(Άρθρο 195)

165. Είναι δυνατή η απαλλαγή του οφειλέτη, ακόμη και αν δεν έχει ρευστοποιηθεί η περιουσία του; Ποιες η συνέπειες της απαλλαγής στη ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη;
Η απαλλαγή του οφειλέτη είναι ανεξάρτητη από τη ρευστοποίηση της περιουσίας του.
Η απαλλαγή του δεν εμποδίζει τη ρευστοποίηση της περιουσίας τού. Η απαλλαγή του οφειλέτη έχει σκοπό να του δώσει δεύτερη ευκαιρία να αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία, δεν θίγει όμως την υπεγγυότητα στους πιστωτές της περιουσίας που κατείχε ο οφειλέτης κατά τον χρόνο της πτώχευσης.

(Άρθρο 196)

166. Σε περίπτωση απαλλαγής του οφειλέτη απαλλάσσονται και οι εγγυητές ή συνοφειλέτες; Τι ισχύει με την ευθύνη τους;
Διευκρινίζεται ότι η απαλλαγή του οφειλέτη δεν ενεργεί υπέρ των εγγυητών και άλλων συνοφειλετών, αφού αυτό θα ήταν αντίθετο στη φύση της εγγύησης, η οποία δίνεται για να καλύψει ακριβώς την πιθανότητα αφερεγγυότητας του πρωτοφειλέτη .
(Άρθρο 196)

167. Πότε θεωρείται ότι υφίσταται το αδίκημα της χρεοκοπίας;

Όταν, κατά την ύποπτη περίοδο, όπως αυτή προσδιορίζεται με την πτωχευτική απόφαση, ο οφειλέτης:
α. εξαφανίζει ή παρασιωπά περιουσιακά του στοιχεία που σε περίπτωση πτώχευσης εμπίπτουν στην πτωχευτική περιουσία ή κατά τρόπο που αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας που ασκούσε, ματαιώνει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τρίτων, βλάπτει ή καθιστά αυτά χωρίς αξία,
β. καταρτίζει ζημιογόνες ή κερδοσκοπικές ή ριψοκίνδυνες δικαιοπραξίες πάσης φύσεως, ακόμα και επί χρηματοοικονομικών παραγώγων, κατά τρόπο που αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης, ή διαθέτει υπερβολικά ποσά σε παίγνια, στοιχήματα ή σε αντιοικονομικές δαπάνες ή συνάπτει χρέη για τους σκοπούς αυτούς,
γ. προμηθεύεται εμπορεύματα ή αξιόγραφα με πίστωση, τα οποία, ή τα πράγματα που κατασκευάζει με αυτά, διαθέτει ή παραχωρεί σε τιμές ουσιωδώς κάτω της αξίας τους, κατά τρόπο που αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης,
δ. παριστά ψευδώς ότι είναι οφειλέτης άλλων ή αναγνωρίζει ανύπαρκτα δικαιώματα τρίτων,
ε. παραλείπει την τήρηση υποχρεωτικών εμπορικών βιβλίων ή τα τηρεί κατά τέτοιο τρόπο ή τα μεταβάλλει, ώστε να δυσχεραίνεται η διαπίστωση της κατάστασης της περιουσίας του ή δεν υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις ή άλλες δηλώσεις περιουσίας (π.χ. πόθεν έσχες) σύμφωνα με το νόμο,
στ. εξαφανίζει ή αποκρύπτει τα εμπορικά του βιβλία ή άλλα στοιχεία ή παρασιωπά την ύπαρξη εμπορικών βιβλίων ή άλλων στοιχείων, καταστρέφει ή βλάπτει εμπορικά βιβλία ή άλλα στοιχεία, η τήρηση των οποίων είναι υποχρεωτική κατά τον νόμο, πριν παρέλθει η προθεσμία που πρέπει να τα διατηρήσει, ώστε να δυσχεραίνεται η διαπίστωση της κατάστασης της περιουσίας του,

ζ. αντίθετα προς τον νόμο, i) παραλείπει την κατά τον νόμο σύνταξη των ισολογισμών ή της απογραφής ή ii) καταρτίζει ισολογισμούς ή απογραφή κατά τρόπο που δυσχεραίνεται η διαπίστωση της κατάστασης της περιουσίας του, ή
η. ελαττώνει την κατάσταση της περιουσίας του με άλλον τρόπο ή παρασιωπά ή αποκρύπτει τις αληθινές δικαιοπρακτικές του σχέσεις.
(Άρθρο 197)

168. Πως αντιμετωπίζεται τυχόν ευνοϊκή μεταχείριση πιστωτή από τον οφειλέτη που κηρύσσεται σε πτώχευση;
Τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών και χρηματική ποινή, όποιος ενώ βρίσκεται σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή σε κατάσταση επαπειλούμενης αδυναμίας κανονικής εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών του υποχρεώσεων, ικανοποιεί απαίτηση πιστωτή ή του παρέχει ασφάλεια, εν γνώσει του ευνοώντας αυτόν έναντι των λοιπών πιστωτών.
(Άρθρο 198)

169. Αναγνωρίζεται ποινική ευθύνη συζύγων, συμβίων και συγγενών οφειλετών που κηρύσσονται σε πτώχευση και σε ποιες περιπτώσεις;
Ο σύζυγος, ο συμβίος ή η συμβία, οι κατιόντες ή ανιόντες του οφειλέτη και οι κατά την ίδια τάξη εξ αγχιστείας συγγενείς του που εν γνώσει παρανόμως ιδιοποιούνται, υπεξάγουν ή αποκρύπτουν πτωχευτικά πράγματα, χωρίς συνεννόηση με τον οφειλέτη, τιμωρούνται κατά τις διατάξεις περί κλοπής ή υπεξαίρεσης του Ποινικού Κώδικα και διώκονται πάντοτε αυτεπαγγέλτως.
Αν οι πράξεις αυτές τελούνται μετά από συνεννόηση με τον οφειλέτη, εφαρμόζονται ως προς τα πρόσωπα της παρ. 1 οι διατάξεις περί συμμετοχής του Ποινικού Κώδικα.
(Άρθρο 200)

170. Υφίσταται ποινική ευθύνη των συνδίκων; Σε ποιες περιπτώσεις;

Θεσπίζεται η ποινική ευθύνη των συνδίκων για παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων ή άλλων πραγμάτων της πτωχευτικής περιουσίας από τον σύνδικο ή από πρόσωπα που έχουν προσληφθεί για τις ανάγκες της πτώχευσης, για ψευδή παράσταση του συνδίκου με την έκθεση απογραφής ή με μεταγενέστερες εκθέσεις, δηλώσεις και υπομνήματά του, προς βλάβη του οφειλέτη ή των πιστωτών καθώς και σε περίπτωση απόκτησης πτωχευτικών πραγμάτων μέσω παρένθετων προσώπων.

(Άρθρο 201)

171. Διατηρείται η ποινική ευθύνη των διαχειριστών κλπ σε περίπτωση που πτωχεύει νομικό πρόσωπο; Πότε τίθεται ζήτημα ποινικής ευθύνης αυτών;

Ποινική ευθύνη έχουν εκείνοι εκ των διαχειριστών, μελών διοίκησης και διευθυντών που τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις.
Ποινική ευθύνη επίσης προβλέπεται και για τους διαχειριστές, μέλη διοίκησης κι διευθυντές νομικών προσώπων που έλαβαν υπερβάλλουσες προκαταβολές, με την προσθήκη ότι οι προκαταβολές μπορεί να προβλέπονται εκτός από το καταστατικό του νομικού προσώπου και στην απόφαση του αρμόδιου εταιρικού οργάνου.
(Άρθρο 202)

172. Τι είναι το Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας;

Μία από τις κρίσιμες καινοτομίες του νέου νόμου είναι η εισαγωγή του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας μέσω του οποίου διενεργείται επικοινωνία των ενδιαφερόμενων μερών αλλά και η διεκπεραίωση διαδικαστικών σταδίων, όπως η υποβολή αιτήσεων, η αναγγελία απαιτήσεων, η ψηφοφορία επί θεμάτων που αφορούν την συνέλευση των πιστωτών, αλλά και η δημοσιοποίηση κάθε σχετικής απόφασης και η παροχή ανακοινώσεων για κάθε διαδικαστική ενέργεια.
Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο διασφαλίζεται η πρόσβαση των πιστωτών στην διαδικασία, ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και γενικότερα η δημοσιότητα και διαφάνεια της διαδικασίας.
Αν ληφθεί υπόψη ότι ο εξωδικαστικός μηχανισμός βασίζεται στην ηλεκτρονική πλατφόρμα, προκύπτει ότι σε σημαντικό βαθμό οι διαδικασίες πρόληψης και αντιμετώπισης της οικονομικής αδυναμίας χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά μέσα για την βελτίωση της διαφάνειας, δημοσιότητας και ταχύτητας υλοποίησής τους.
(Άρθρο 213)

173. Σε τι χρησιμεύει η εισαγωγή του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας;

Η εισαγωγή του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας εξυπηρετεί και την συλλογή και επεξεργασία στοιχείων που αφορούν διαδικασίες του νέου νόμου. Όπως υπογραμμίζεται στην Οδηγία για την αναδιάρθρωση και την αφερεγγυότητα, «είναι σημαντικό να συλλέγονται αξιόπιστα και συγκρίσιμα δεδομένα σχετικά με την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών αναδιάρθρωσης, αφερεγγυότητας και απαλλαγής από τα χρέη, προκειμένου να είναι δυνατή η παρακολούθηση της εκτέλεσης και εφαρμογής της σχετικής οδηγίας.

Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να συλλέγουν και να συγκεντρώνουν δεδομένα επαρκώς αναλυτικά, ώστε να επιτρέπουν την αξιόπιστη αξιολόγηση του τρόπου πρακτικής λειτουργίας της οδηγίας και θα πρέπει να κοινοποιούν τα δεδομένα αυτά στην Επιτροπή». Επιπλέον, η συγκέντρωση και επεξεργασία των στοιχείων αυτών επιτρέπει την αξιολόγηση της λειτουργίας των διαδικασιών του νέου νόμου, τον εντοπισμό προβλημάτων ή σφαλμάτων και την διαμόρφωση προτάσεων προς τις αρμόδιες υπηρεσίες για την αντιμετώπισή τους.
(Άρθρο 215, Άρθρο 29 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1023 )

174. Ποιοι θεωρούνται ευάλωτοι;

Ως «ευάλωτος οφειλέτης», νοείται ο οφειλέτης, στο πρόσωπο του οποίου πληρούνται σωρευτικά τα εισοδηματικά, περιουσιακά και λοιπά κριτήρια που ισχύουν, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 4472/2017 (Α’ 74).
Σύμφωνα με το τελευταίο αυτό άρθρο, ως ισχύει, τα εισοδηματικά, περιουσιακά και λοιπά κριτήρια πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς και είναι τα κάτωθι:

1. Εισοδηματικά κριτήρια

Το συνολικό εισόδημα του νοικοκυριού δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 7.000 ευρώ για μονοπρόσωπο νοικοκυριό, προσαυξανόμενο κατά 3.500 ευρώ για κάθε μέλος του νοικοκυριού.

Στη μονογονεϊκή οικογένεια ορίζεται επιπλέον προσαύξηση 3.500 ευρώ για το πρώτο ανήλικο μέλος του νοικοκυριού.

Στο νοικοκυριό με απροστάτευτο/α τέκνο/α ορίζεται επιπλέον προσαύξηση 3.500 ευρώ για κάθε απροστάτευτο τέκνο.

Το συνολικό εισόδημα δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 21.000 ευρώ ετησίως, ανεξαρτήτως της σύνθεσης του νοικοκυριού.

Παρατίθενται, ενδεικτικά, οι ακόλουθες περιπτώσεις:
Σύνθεση Νοικοκυριού Συνολικό Εισόδημα
Μονοπρόσωπο νοικοκυριό 7.000 €
Νοικοκυριό αποτελούμενο από δύο μέλη 10.500 €
Νοικοκυριό αποτελούμενο από τρία μέλη ή
μονογονεϊκή οικογένεια με ένα ανήλικο μέλος 14.000 €

Νοικοκυριό αποτελούμενο από τέσσερα ή

μονογονεϊκή οικογένεια με δύο ανήλικα μέλη 17.500 € Νοικοκυριό αποτελούμενο από πέντε μέλη και πάνω

ή μονογονεϊκή οικογένεια με τρία ανήλικα μέλη και πάνω 21.000 €

2. Περιουσιακά κριτήρια α. Ακίνητη περιουσία:
Η συνολική φορολογητέα αξία της ακίνητης περιουσίας του νοικοκυριού στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, όπως αυτή προσδιορίζεται για τον υπολογισμό του συμπληρωματικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. με τις διατάξεις του ν. 4223/2013 (Α` 287) και προκύπτει από την τελευταία εκδοθείσα πράξη προσδιορισμού φόρου, δεν μπορεί να υπερβαίνει στο σύνολο της το ποσό των 120.000 ευρώ για το μονοπρόσωπο νοικοκυριό, προσαυξανόμενη κατά 15.000 ευρώ για κάθε πρόσθετο μέλος και έως του ποσού των
180.000 ευρώ. β. Κινητή περιουσία:
Το συνολικό ύψος των καταθέσεων του νοικοκυριού ή/και η τρέχουσα αξία μετοχών, ομολόγων κτλ, όπως προκύπτουν από την τελευταία εκκαθαρισμένη δήλωση φορολογίας εισοδήματος, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα όρια του κατωτέρω πίνακα για κάθε τύπο νοικοκυριού, μέχρι και το ποσό των 21.000 ευρώ.

Συγκεκριμένα:
Σύνθεση Νοικοκυριού Όρια καταθέσεων/ μετοχών,
ομολόγων κτλ.
Μονοπρόσωπο νοικοκυριό 7.000 €
Νοικοκυριό αποτελούμενο από δύο μέλη 10.500 €
Νοικοκυριό αποτελούμενο από τρία μέλη 14.000 €
Νοικοκυριό αποτελούμενο από τέσσερα μέλη 17.500 €
Νοικοκυριό αποτελούμενο από 5 μέλη και πάνω 21.000 €

γ. Περιουσιακό τεκμήριο:

Το συνολικό ποσό από τόκους καταθέσεων των μελών του νοικοκυριού σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας ή του εξωτερικού, όπως έχουν δηλωθεί στην τελευταία εκκαθαρισμένη δήλωση φορολογίας εισοδήματος (Ε1), δεν μπορεί να υπερβαίνει ετησίως το ποσό που προκύπτει από τον κατωτέρω μαθηματικό τύπο:

Ετήσιος τόκος = όριο καταθέσεων για κάθε τύπο νοικοκυριού * μέσο ετήσιο καταθετικό επιτόκιο /100

Ως έτος υπολογισμού του μέσου καταθετικού επιτοκίου ορίζεται εκείνο στο οποίο αντιστοιχεί η τελευταία εκκαθαρισμένη δήλωση φορολογίας εισοδήματος.
(Άρθρο 217)

175. Τι είναι ο Φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης;

«φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης», είναι ο φορέας ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση απόκτησης κύριας κατοικίας ευάλωτου οφειλέτη, τη μίσθωσή του σε αυτόν, και τη μεταβίβασή του σε αυτόν, σε κάθε περίπτωση υπό τις προϋποθέσεις του νόμου.(Άρθρο 217)

176. Ποιες αρμοδιότητες έχει ο φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης;

Ο φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης αναλαμβάνει την υποχρέωση απόκτησης κύριας κατοικίας ευάλωτου οφειλέτη, τη μίσθωσή του σε αυτόν, και τη μεταβίβασή του σε αυτόν, κατά τα προβλεπόμενα στο Νόμο. Τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες αυτές παραχωρούνται από το Ελληνικό Δημόσιο.
Για την επιλογή φορέα/νομικού προσώπου για την εκπλήρωση των ανωτέρω καθηκόντων και αρμοδιοτήτων, τα βασικά κριτήρια είναι το ύψος της ανάληψης κινδύνου από πλευράς του Δημοσίου, ο τρόπος υπολογισμού του τιμήματος επαναγοράς της κύριας κατοικίας κατά τη λήξη της μίσθωσης και η αξιοπιστία, η ειδική τεχνογνωσία και η εμπειρία του υποψηφίου. (άρθρο 218)

177. Πότε μπορεί να υποβάλει κάποιος αίτημα μεταβίβασης ή μίσθωσης της κύριας κατοικίας του σε φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης;
Σε περίπτωση που ευάλωτος οφειλέτης κηρυχθεί σε πτώχευση, ή σε περίπτωση που σε βάρος της κύριας κατοικίας του ευάλωτου οφειλέτη επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση από ενυπόθηκο ή προσημειούχο πιστωτή, ο ευάλωτος οφειλέτης μπορεί να υποβάλει αίτημα μεταβίβασης ή μίσθωσης της κύριας κατοικίας του σε φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης. Αιτήσεις δεν γίνονται δεκτές εφόσον απέχουν περισσότερο από εξήντα
(60) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία του κατασχετηρίου εγγράφου ή της δημοσίευσης της απόφασης που κηρύσσει τον ευάλωτο οφειλέτη σε πτώχευση στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας. Ο φορέας επιβεβαιώνει τους τίτλους ιδιοκτησίας του δικαιούχου ως προϋπόθεση της αιτούμενης μεταβίβασης. (άρθρο 219 παρ. 1, 4)

178. Τι γίνεται σε περίπτωση που ο οφειλέτης διαθέτει ιδανικό μερίδιο στην κύρια κατοικία του;
Σε περίπτωση που η κύρια κατοικία ανήκει στον ευάλωτο οφειλέτη μόνο ως προς ιδανικό μερίδιο ή αν ο ευάλωτος είναι ψιλός κύριος ή επικαρπωτής, η άσκηση του δικαιώματος προϋποθέτει τη σύμπραξη όλων των συνιδιοκτητών.Ειδικότερα, ο φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης αποκτά το ιδιοκτησιακό δικαίωμα του ευάλωτου, υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι οι λοιποί συγκύριοι ή, κατά περίπτωση, ο ψιλός κύριος ή επικαρπωτής αποδέχονται τη μίσθωση του ακινήτου από τον ευάλωτο, υπό τους όρους που καθορίζει ο φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης, και παραιτούνται ρητά από οποιοδήποτε δικαίωμα

επί του μισθώματος ή από τη δυνατότητα να προσβάλλουν τη μίσθωση για οποιοδήποτε λόγο μέχρι την συμβατική λήξη της. Η αποδοχή δεσμεύει και τους διαδόχους τους ανεξαρτήτως αιτίας. (άρθρο 219 παρ. 2, 3)

179. Πώς υπολογίζεται το τίμημα μεταβίβασης του ιδιοκτησιακού δικαιώματος του οφειλέτη επί της πρώτης κατοικίας του στο φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης;
Το τίμημα μεταβίβασης ισούται προς την εμπορική αξία του ιδιοκτησιακού δικαιώματος του οφειλέτη επί της πρώτης κατοικίας σύμφωνα με την εκτίμηση πιστοποιημένου εκτιμητή. Τα έξοδα της εκτίμησης βαρύνουν τον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης, ο οποίος τον διορίζει. Σε περίπτωση που το αίτημα υποβάλλεται λόγω κατάσχεσης και η τιμή πρώτης προσφοράς είναι μεγαλύτερη από την τιμή εκτίμησης του πιστοποιημένου εκτιμητή σε ποσοστό ανώτερο του δεκαπέντε τοις εκατό (15%), το τίμημα μεταβίβασης καθορίζεται ως το χαμηλότερο της τιμής πρώτης προσφοράς ή της τιμής εκτίμησης άλλου πιστοποιημένου εκτιμητή που διορίζει ο επισπεύδων πιστωτής. (άρθρο 219 παρ. 5)

180. Πώς αποκτά ιδιοκτησιακο δικαίωμα στην κύρια κατοικία ο φοορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης;
Ο φορέας αποκτά το ιδιοκτησιακό δικαίωμα του δικαιούχου επί της κύριας κατοικίας του, αφότου καταβάλλει το τίμημα μεταβίβασης στον υπάλληλο πλειστηριασμού, πέντε (5) το αργότερο εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία του πλειστηριασμού, ή στον σύνδικο, έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα του εξαμήνου που ακολουθεί την δημοσίευση στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευσή του. Η καταβολή του τιμήματος συνεπάγεται τη μεταβίβαση του ιδιοκτησιακού δικαιώματος στον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης και τη ματαίωση του πλειστηριασμού, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο φορέας αποκτά το ιδιοκτησιακό δικαίωμα του δικαιούχου ελεύθερο από κάθε βάρος ή διεκδίκηση τρίτου. (άρθρο 219 παρ. 6)

181. Πόσα χρόνια διαρκεί η μίσθωση;

Η διάρκεια της μίσθωσης ορίζεται σε δώδεκα (12) έτη. (άρθρο 220 παρ. 1)

182. Πώς υπολογίζεται το μίσθωμα (ενοίκιο) και πώς αναπροσαρμόζεται;

Το μίσθωμα ορίζεται με βάση απόδοση που αντιστοιχεί προς το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά τον τελευταίο μήνα, για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η αναθεώρηση του μισθώματος γίνεται ετησίως στην επέτειο της κατάρτισης της μίσθωσης. (άρθρο 220 παρ. 2)

183. Το δικαίωμα του οφειλέτη στη μίσθωση μπορεί να μεταβιβασθεί σε τρίτο πρόσωπο;

Το δικαιώματα του οφειλέτη από την μίσθωση καθώς και το δικαίωμα επαναγοράς της κατοικίας δεν μεταβιβάζονται, εκτός από την περίπτωση καθολικής διαδοχής του (λ.χ. λόγω κληρονομίας). (άρθρο 220 παρ. 3)

184. Πότε η μίσθωση λύεται (καταγγέλεται) σε βάρος του μισθωτή;

Η μίσθωση καταγγέλλεται εφόσον ο μισθωτής καθυστερήσει να καταβάλει τρία (3) μισθώματα και η ασυνέπεια αυτή δεν θεραπευθεί ως προς το σύνολό της εντός μηνός από τη σχετική ειδοποίηση του μισθωτή. Η καταγγελία επέρχεται αυτοδικαίως με την άκαρπη παρέλευση της συγκεκριμένης προθεσμίας.
Η μίσθωση καταγγέλλεται επίσης σε περίπτωση που κριθεί από το πτωχευτικό δικαστήριο ότι ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται από τις οφειλές του. Στην περίπτωση αυτή, η καταγγελία επέρχεται αυτοδικαίως με την παρέλευση ενός μήνα από την τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου. (άρθρο 221 παρ. 1, 2)

185. Ποια αποτελέσματα επιφέρει η καταγγελία της μίσθωσης;

Σε περίπτωση καταγγελίας ο οφειλέτης υποχρεούται σε απόδοση του μισθίου (κατοικίας). Η καταγγελία της μίσθωσης προκαλεί αυτόματα την κατάργηση του δικαιώματος επαναγοράς της κατοικίας. (άρθρο 221 παρ. 3, 4)

186. Τι γίνεται όταν ο ο οφειλέτης καταβάλλει το σύνολο των μισθωμάτων για τη διάρκεια της μίσθωσης;
Όταν ο οφειλέτης καταβάλλει το σύνολο των μισθωμάτων για τη διάρκεια της μίσθωσης, μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα επαναγοράς και να αποκτήσει έναντι τιμήματος επαναγοράς την κυριότητα της κύριας κατοικίας του, η οποία είχε μεταβιβαστεί στον φορέα. (άρθρο 222 παρ. 1)

187. Μπορεί ο οφειλέτης να ασκήσει το δικαίωμα επαναγοράς πριν τη λήξη της συμφωνημένης διάρκειας της μίσθωσης;
Σε περίπτωση που ο οφειλέτης θέλει να ασκήσει το δικαίωμα επαναγοράς πριν τη λήξη της μίσθωσης, τότε ο οφειλέτης πρέπει να καταβάλει στον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης την τρέχουσα αξία των μισθωμάτων που οφείλονται μέχρι τη λήξη της μισθωτικής περιόδου, επιπλέον του τιμήματος επαναγοράς. (άρθρο 222 παρ. 2)

188. Τί ισχύει στην περίπτωση που ο οφειλέτης που μισθώνει την κύρια κατοικία του δικαιούται στεγαστικό επίδομα; Σε ποιόν καταβάλλεται το στεγαστικό επίδομα; Ποιες άλλες υποχρεώσεις έχει ο οφειλέτης;

Σε περίπτωση που ο ευάλωτος οφειλέτης καταρτίσει μίσθωση επί της κύριας κατοικίας του και δικαιούται στεγαστικού επιδόματος, αυτό καταβάλλεται στον Φορέα Απόκτησης και Επαναμίσθωσης σε μερική εξόφληση του μισθώματος.

Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και οικογενειακά εισοδήματα του. Η δόλια ή με βαριά αμέλεια παράβαση της υποχρέωσης αυτής, συνεπάγεται την ανατροπή των δικαιοπραξιών στις οποίες προέβη ο οφειλέτης επικαλούμενος τα ανακριβή ως άνω στοιχεία και την υποχρέωσή του να αποδώσει κάθε σχετικό ωφέλημα σε αυτόν από τον οποίο το απέκτησε.

Καθόσον χρόνο οφειλέτης λαμβάνει επίδομα στέγασης, παραιτείται έναντι του Δημοσίου του τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου για τη διαπίστωση ότι οι προϋποθέσεις παροχής του επιδόματος συνεχίζουν να ισχύουν. Σε αντίθετη περίπτωση, η αρμόδια υπηρεσία του Δημοσίου θέτει προθεσμία για την διακοπή παροχής του.

(άρθρο 223, άρθρο 224)

189. Ποιος ασκεί τις αρμοδιότητες του συνδίκου και του ειδικού εντολοδόχου;

Οι αρμοδιότητες του συνδίκου και του ειδικού εντολοδόχου ασκούνται από διαχειριστή αφερεγγυότητας. Το λειτούργημα του ειδικού διαχειριστή δεν συνιστά ελεγκτική εργασία ή υπηρεσία που προϋποθέτει την εγγραφή σε δικηγορικό σύλλογο. (άρθρο 228)

190. Ποιος εποπτεύει την Επιτροπή Διαχείρισης Αφερεγγυότητας;

Η «Επιτροπή Διαχείρισης Αφερεγγυότητας» λειτουργεί στο Υπουργείο Οικονομικών υπό την εποπτεία της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους. (άρθρο 229 παρ.1)

191. Ποια η αρμοδιότητα της Επιτροπής Διαχείρισης Αφερεγγυότητας;

Στην αρμοδιότητα της Επιτροπής Διαχείρισης Αφερεγγυότητας υπάγονται η χορήγηση της άδειας διαχείρισης αφερεγγυότητας, η ανανέωση και η ανάκλησή της, η μέριμνα για την τήρηση του μητρώου των πιστοποιημένων προσώπων, καθώς και η μέριμνα για την τήρηση του μητρώου διαχειριστών αφερεγγυότητας. Στην αρμοδιότητα της Επιτροπής υπάγεται,

επίσης, και ο έλεγχος της τήρησης των νόμιμων υποχρεώσεών των πιστοποιημένων προσώπων και των διαχειριστών, καθώς και η θέσπιση προδιαγραφών υποχρεωτικής ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης. (άρθρο 229 παρ.2)

192. Ποια τα μέλη της Επιτροπής Διαχείρισης Αφερεγγυότητας;

Η Επιτροπή Διαχείρισης Αφερεγγυότητας συγκροτείται από τον Πρόεδρο και κατ’ ελάχιστον από τέσσερα (4) μέλη, καθώς και από ισάριθμους αναπληρωτές τους με τριετή θητεία, η οποία μπορεί να ανανεωθεί μέχρι δύο φορές. Οι αναπληρωτές του Προέδρου και των μελών μετέχουν στις συνεδριάσεις της Επιτροπής μόνο σε περίπτωση προσωρινής απουσίας ή κωλύματος του αντιστοίχου τακτικού. Η θητεία του κάθε αναπληρωτή είναι ίση με τη θητεία του αντίστοιχου τακτικού. (άρθρο 229 παρ.3)

193. Ποιος μπορεί να διορισθεί Διαχειριστής αφερεγγυότητας;

Διαχειριστής αφερεγγυότητας μπορεί να διορισθεί:
• α. φυσικό πρόσωπο υπό την προϋπόθεση ότι κατέχει ισχύουσα πιστοποίηση, ατομικά ή ως κοινοπραξία πιστοποιημένων προσώπων, ή
• β. δικηγορική εταιρία ή ελεγκτική εταιρία ή συμβουλευτική εταιρία, εφόσον σε κάθε περίπτωση απασχολεί τουλάχιστον ένα πιστοποιημένο πρόσωπο με οποιαδήποτε σχέση απασχόλησης.

(άρθρο 230 παρ.1)

194. Ποια η διαφορά μεταξύ της βαθμίδας Α’ και Β’ του μητρώου διαχειριστικών αφερεγγυότητας;

Τα πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις της προηγούμενης ερώτησης εγγράφονται στη βαθμίδα Β΄ του μητρώου διαχειριστών αφερεγγυότητας. Για την απευθείας εγγραφή στη βαθμίδα Α΄ του μητρώου, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο ή κοινοπραξία φυσικών προσώπων, απαιτείται αφενός η άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου ή του ορκωτού ελεγκτή ή του λογιστή φοροτεχνικού με δικαίωμα υπογραφής Α΄ τάξεως, σε κάθε μια από τις παραπάνω περιπτώσεις για δέκα (10) τουλάχιστον έτη και, αφετέρου, η αποδεδειγμένη άσκηση καθηκόντων συνδίκου ή εκκαθαριστή ή ειδικού εντολοδόχου σε τουλάχιστον τρεις υποθέσεις αφερεγγυότητας, η απασχόληση με οιαδήποτε σχέση είτε μέσω σύμβασης εξηρτημένης εργασίας είτε μέσω ανεξαρτήτων υπηρεσιών, είτε σύμβασης έργου σε τουλάχιστον τρεις υποθέσεις αφερεγγυότητας ή, εφόσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο, η απασχόληση ενός τουλάχιστον προσώπου που ικανοποιεί τις προϋποθέσεις ένταξης στη βαθμίδα Α΄ για τα φυσικά πρόσωπα. (άρθρο 230 παρ.2)

195. Ο Κώδικας Δικηγόρων (ν.4194/2013) επιτρέπει την άσκηση καθηκόντων διαχειριστή αφερεγγυότητας;

Η περ. α΄ του άρθρου 8 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) (που αναφέρεται στα έργα που επιτρέπονται στο δικηγόρο), ισχύει και για δικηγόρο που κατέχει την πιστοποίηση διαχειριστή αφερεγγυότητας και απασχολείται σε ελεγκτική εταιρία ή συμβουλευτική εταιρία με αντικείμενο την ανάληψη καθηκόντων διαχειριστή αφερεγγυότητας, του οποίου το έργο δεν είναι ασυμβίβαστο, ούτε αναστέλλει την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, λογίζεται δε ως άσκηση αυτού. Για τις ανάγκες του άρθρου 49 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208), που αναφέρεται στην ίδρυση δικηγορικής εταιρείας και στο γεγονός ότι η δικηγορική εταιρεία πρέπει να έχει αποκλειστικό σκοπό την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, η απασχόληση ως διαχειριστής αφερεγγυότητας νοείται ως δικηγορική υπηρεσία. Για την παροχή υπηρεσιών διαχειριστή αφερεγγυότητας, δικηγορική εταιρία δύναται να απασχολεί και πιστοποιημένα πρόσωπα μη δικηγόρους. (άρθρο 230 παρ.3)

196. Πώς παρέχεται η πιστοποίηση;

Η πιστοποίηση χορηγείται με απόφαση της Επιτροπής Διαχείρισης Αφερεγγυότητας, εντός προθεσμίας μηνός από την κοινοποίηση σε αυτήν των πινάκων επιτυχόντων και αποτυχόντων του άρθρου 233 του νόμου(βλ. κατωτέρω ερώτηση 336). (άρθρο 231 παρ.1)

197. Ποιες οι προϋποθέσεις συμμετοχής στις εξετάσεις;

Προϋπόθεση συμμετοχής στις εξετάσεις είναι η επί πενταετία τουλάχιστον άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος ή αυτού του ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή λογιστή φοροτεχνικού Α΄ τάξεως ή έτερου οικονομικού επαγγέλματος για διάστημα δέκα (10) ετών. (άρθρο 231 παρ.2)

198. Σε ποιες περιπτώσεις απαγορεύεται η χορήγηση πιστοποίησης;

Απαγορεύεται η χορήγηση πιστοποίησης σε πρόσωπο που:
• α. είναι διοικητικός υπάλληλος του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή υπάλληλος των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης οιουδήποτε βαθμού,
• β. έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για οποιοδήποτε κακούργημα ή για τα πλημμελήματα κατά της ιδιοκτησίας, των περιουσιακών δικαιωμάτων, της παραβίασης απορρήτων, σχετικά με την υπηρεσία, την απονομή της δικαιοσύνης, περί τα υπομνήματα και το νόμισμα, καθώς και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, της φοροδιαφυγής, των άρθρων 29 και 30 του ν. 3340/2005 (Α΄ 112) ή του άρθρου 39 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139) ή τοκογλυφίας του άρθρου

404 του ν. 4619/2019 (Α΄ 95),
• γ. έχει στερηθεί των πολιτικών δικαιωμάτων του ή του έχει επιβληθεί ποινή αποστέρησης θέσης ή αξιωμάτων σύμφωνα με το άρθρο 60 του Ποινικού Κώδικα, ή
• δ. έχει τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση, πλήρη ή μερική, σύμφωνα με το άρθρο 1676 του Αστικού Κώδικα. (άρθρο 231 παρ.3)

199. Πώς ανανεώνεται η πιστοποίηση;

Η χορηγούμενη σύμφωνα με το παρόν πιστοποίηση ανανεώνεται κάθε τέσσερα (4) χρόνια. Για την ανανέωση, η Επιτροπή Διαχείρισης Αφερεγγυότητας λαμβάνει υπόψη την εμπλοκή του πιστοποιημένου προσώπου σε πράξεις ή παραλήψεις που διώκονται πειθαρχικά στο πρόσωπο του διαχειριστή αφερεγγυότητας. (άρθρο 231 παρ.4)

200. Υπάρχουν περιπτώσεις που δεν ανανεώνεται η πιστοποίηση;

Η Επιτροπή Διαχείρισης Αφερεγγυότητας δεν ανανεώνει την πιστοποίηση σε περιπτώσεις που το πιστοποιημένο πρόσωπο ευθύνεται προσωπικά για πράξεις ή παραλήψεις που μαρτυρούν έλλειψη συνείδησης των βασικών υποχρεώσεων του διαχειριστή αφερεγγυότητας. (άρθρο 231 παρ.4)

201. Ποια στοιχεία λαμβάνει υπόψη της η Επιτροπή Διαχείρισης Αφερεγγυότητας;

Για την ανανέωση της πιστοποίησης η Επιτροπή Διαχείρισης Αφερεγγυότητας λαμβάνει επίσης υπόψη τη συμμετοχή του πιστοποιημένου προσώπου σε πτωχευτικές διαδικασίες και ανανεώνει την πιστοποίηση σε πρόσωπα που δεν είχαν συμμετοχή μόνο σε ειδικές συνθήκες και εφόσον αιτιολογείται η έλλειψη δραστηριοποίησης για λόγους εκτός του ελέγχου του πιστοποιημένου προσώπου. (άρθρο 231 παρ.4)

202. Κάθε πότε γίνονται οι εξετάσεις;

Οι εξετάσεις για την απόκτηση της πιστοποίησης είναι πανελλήνιες και διενεργούνται εντός του τρίτου τριμήνου εκάστου κατά το δυνατόν έτους, μετά από προκήρυξη της αρμόδιας αρχής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τουλάχιστον σαράντα (40) ημέρες πριν από την ημερομηνία διεξαγωγής τους και αναρτάται στον διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Οικονομικών. (άρθρο 232 παρ.1)

203. Σε ποια αντικείμενα εξετάζονται οι υποψήφιοι;

Τα γνωστικά αντικείμενα στα οποία εξετάζονται οι υποψήφιοι είναι αστικό δίκαιο, εμπορικό δίκαιο, γενικές αρχές λογιστικής και φορολογίας επιχειρήσεων, καθώς και βέλτιστες πρακτικές διαχείρισης αφερεγγυότητας. (άρθρο 232 παρ.2)

204. Πώς συμμετέχει ο υποψήφιος στις εξετάσεις;

Για τη συμμετοχή τους στις εξετάσεις, οι υποψήφιοι υποβάλλουν αίτηση ενώπιον της επιτροπής εξετάσεων, η οποία συνοδεύεται από τα δικαιολογητικά που ορίζονται στο νόμο (βλ. κατωτέρω ερώτηση 233)που αποδεικνύουν την πλήρωση ορισμένων προϋποθέσεων του άρθρου 231 (βλ. ανωτέρω ερωτήσεις 321-326). (άρθρο 232 παρ.3)

205. Πότε αποκλείεται η συμμετοχή στις εξετάσεις;

Εάν διαπιστωθεί ότι ο υποψήφιος δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 231του νόμου(βλ. ανωτέρω ερωτήσεις 321-326), αποκλείεται η συμμετοχή του στις εξετάσεις με απόφαση της επιτροπής εξετάσεων, η οποία κοινοποιείται στον υποψήφιο εντός δύο (2) εργασίμων ημερών. (άρθρο 232 παρ.3)

206. Επιτρέπεται ένσταση κατά της απόφασης αποκλεισμού από τις εξετάσεις;

Κατά της απόφασης αυτής επιτρέπεται η υποβολή ένστασης εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την κοινοποίησή της. Επί της ένστασης αυτής αποφαίνεται η αρμόδια αρχή με απόφασή της, η οποία εκδίδεται και κοινοποιείται στον υποψήφιο εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την υποβολή της. Ο υποψήφιος μπορεί, για οποιονδήποτε λόγο, με αίτησή του να ζητήσει από την αρμόδια αρχή, που εξέδωσε την απόφαση, την ανάκληση ή τροποποίησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 24 επ. του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. (άρθρο 232 παρ.3)

207. Πώς γίνεται η βαθμολόγηση των γραπτών εξετάσεων;

Οι εξετάσεις αποσκοπούν στη διαπίστωση της κατοχής υψηλού επιπέδου θεωρητικών γνώσεων σε θέματα που άπτονται της διαδικασίας αφερεγγυότητας και της δυνατότητας ορθής πρακτικής εφαρμογής τους. Η βαθμολόγηση των γραπτών γίνεται σε κλίμακα δέκα
(10) βαθμών, με άριστα το δέκα (10) και με βάση το πέντε (5). (άρθρο 232 παρ.4)

208. Ποια είναι τα δικαιολογητικά για τη συμμετοχή στις εξετάσεις;

Η αίτηση συνοδεύεται από τα ακόλουθα δικαιολογητικά συμμετοχής στις εξετάσεις:

• φωτοτυπία ταυτότητας,
• φωτοτυπία των τίτλων σπουδών,
• πιστοποιητικό ποινικού μητρώου γενικής χρήσης,
• αποδεικτικό φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας, πιστοποιητικό άσκησης επαγγέλματος και, όπου απαιτείται,
• βεβαίωση από τη γραμματεία πτωχεύσεων περί 166 άσκησης καθηκόντων συνδίκου ή εκκαθαριστή.
• Το παράβολο συμμετοχής στις εξετάσεις ορίζεται στο ποσό των εκατό (100) ευρώ. Το ύψος του παραβόλου μπορεί να αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, μετά από εισήγηση του Ειδικού Γραμματέα Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους.
(άρθρο 232 παρ.5)

209. Πόσα είναι τα μέλη της επιτροπής εξετάσεων;

Η επιτροπή εξετάσεων, που συστήνεται, αποτελείται από τον πρόεδρο και τέσσερα (4) κατ’ ελάχιστον μέλη. (άρθρο 233 παρ.1)

210. Πού δημοσιεύονται οι αποφάσεις της επιτροπής;

Οι αποφάσεις της επιτροπής εξετάσεων δημοσιεύονται στον διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Οικονομικών. (άρθρο 233 παρ.2)

211. Ποιο το έργο της επιτροπής των εξετάσεων;

Η επιτροπή εξετάσεων επιλέγει τα θέματα, διεξάγει τις εξετάσεις, βαθμολογεί τους υποψηφίους και συντάσσει πίνακα επιτυχόντων και αποτυχόντων, εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία διεξαγωγής των εξετάσεων, τον οποίο δημοσιεύει στον διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Οικονομικών. (άρθρο 233 παρ.3)

212. Τι είναι το μητρώο πιστοποιημένων προσώπων;

Είναι το δημόσιο μητρώο που τηρείται από την αρμόδια αρχή και στο οποίο εγγράφονται τα πρόσωπα που έχουν λάβει πιστοποίηση διαχείρισης αφερεγγυότητας. (άρθρο 234 παρ.1)

213. Πού τηρείται το μητρώο πιστοποιημένων προσώπων;

Το μητρώο πιστοποιημένων προσώπων τηρείται στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας. Σε κάθε πιστοποιημένο πρόσωπο αντιστοιχεί ένας ατομικός αριθμός μητρώου. (άρθρο 234 παρ.2).

214. Τι περιλαμβάνει το μητρώο πιστοποιημένων προσώπων;

Για κάθε πιστοποιημένο πρόσωπο το μητρώο περιλαμβάνει τις ακόλουθες τουλάχιστον πληροφορίες:
α) το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση, την ηλεκτρονική διεύθυνση, τα στοιχεία επικοινωνίας και τον αριθμό μητρώου διαχειριστή, που είναι φυσικό πρόσωπο ή την επωνυμία, τη διεύθυνση, την ηλεκτρονική διεύθυνση της εταιρείας στην οποία απασχολείται ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ή με την οποία συνδέεται ως μέτοχος ή εταίρος ή μέλος διοίκησης ή με οιονδήποτε άλλο τρόπο,
β) το βιογραφικό σημείωμα του πιστοποιημένου προσώπου,
γ) τον διορισμό του ως διαχειριστή αφερεγγυότητας μέσω άλλου διαχειριστή αφερεγγυότητας σε οιαδήποτε διαδικασία του παρόντος νόμου, του ν. 4307/2014 (Α΄ 246), του ν. 3869/2010 (Α΄ 130) ή της αναγκαστικής διαχείρισης του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας,
δ) τη συμμετοχή του σε πρόγραμμα διαρκούς επιμόρφωσης,
ε) τις κυρώσεις που του έχουν επιβληθεί για πειθαρχικές παραβάσεις, και
στ) κάθε άλλη πληροφορία, η οποία καταχωρίζεται στο μητρώο, σύμφωνα με το παρόν. (άρθρο 234 παρ.3).

215. Τι απαιτείται για την ανανέωση της πιστοποίησης;

Για την ανανέωση της πιστοποίησής του, το πιστοποιημένο πρόσωπο είναι υποχρεωμένος να συμμετέχει σε προγράμματα διαρκούς επιμόρφωσης, που διοργανώνονται από πιστοποιημένους φορείς επιμόρφωσης. (άρθρο 235).

216. Ποιοι εγγράφονται στο Μητρώο διαχειριστών αφερεγγυότητας;

Το μητρώο τηρείται υπό τη μορφή ηλεκτρονικού αρχείου, προσβάσιμου στο κοινό, το οποίο περιλαμβάνει δύο βαθμίδες, τη βαθμίδα Α’ και τη βαθμίδα Β’.
α) Στη βαθμίδα Α’ εγγράφονται:

αα) όσοι πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

– αφενός άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου ή του ορκωτού ελεγκτή ή του λογιστή φοροτεχνικού με δικαίωμα υπογραφής Α’ τάξεως, σε κάθε μια από τις παραπάνω περιπτώσεις για δέκα (10) τουλάχιστον έτη και,

– αφετέρου, αποδεδειγμένη άσκηση καθηκόντων συνδίκου ή εκκαθαριστή ή ειδικού εντολοδόχου σε τουλάχιστον τρεις υποθέσεις αφερεγγυότητας, η απασχόληση με οιαδήποτε σχέση, είτε μέσω σύμβασης εξηρτημένης εργασίας, είτε μέσω ανεξαρτήτων υπηρεσιών, είτε σύμβασης έργου σε τουλάχιστον τρεις υποθέσεις αφερεγγυότητας ή
– εφόσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο, απασχόληση ενός τουλάχιστον προσώπου που ικανοποιεί τις προϋποθέσεις ένταξης στη βαθμίδα Α’ για τα φυσικά πρόσωπα,
αβ) οι εγγεγραμμένοι στη βαθμίδα Β’, οι οποίοι αποδεικνύουν ευδόκιμη επαγγελματική πείρα σε θέματα αφερεγγυότητας διάρκειας πέντε (5) ετών και
αγ) στην περίπτωση νομικού προσώπου, εφόσον απασχολεί ένα τουλάχιστον πιστοποιημένο πρόσωπο που ικανοποιεί τις προϋποθέσεις ένταξης στην βαθμίδα Α’ για τα φυσικά πρόσωπα. Οι διαχειριστές αφερεγγυότητας, φυσικά πρόσωπα, που απασχολούνται από νομικά πρόσωπα με οιασδήποτε μορφής σχέση και για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η απασχόλησή τους από αυτά, δεν μπορούν να διορισθούν αυτοτελώς σε διαδικασίες αφερεγγυότητας και εγγράφονται αποκλειστικά στο μητρώο Πιστοποιημένων Προσώπων.
β) Στη βαθμίδα Β’ εγγράφονται όσοι πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

– φυσικό πρόσωπο υπό την προϋπόθεση ότι κατέχει ισχύουσα πιστοποίηση, ατομικά ή ως κοινοπραξία πιστοποιημένων προσώπων, ή
– δικηγορική εταιρία ή ελεγκτική εταιρία ή συμβουλευτική εταιρία, εφόσον σε κάθε περίπτωση απασχολεί τουλάχιστον ένα πιστοποιημένο πρόσωπο με οποιαδήποτε σχέση απασχόλησης. (άρθρο 236 παρ. 1 και 2).

217. Πού διορίζονται οι εγγεγραμμένοι στην βαθμίδα Α’ και στη βαθμίδα Β’;

Οι εγγεγραμμένοι στη βαθμίδα Β’ διορίζονται σε διαδικασίες μικρού αντικειμένου, ενώ οι εγγεγραμμένοι στη βαθμίδα Α’ διορίζονται σε όλες τις διαδικασίες που προβλέπονται νέο νόμο για ρύθμιση οφειλών και παροχή δεύτερης ευκαιρίας. (άρθρο 236 παρ. 3 και 4).

218. Ποιες πληροφορίες περιέχει το μητρώο;

Σε κάθε διαχειριστή αφερεγγυότητας αντιστοιχεί ένας ατομικός αριθμός μητρώου.

Για κάθε διαχειριστή αφερεγγυότητας το μητρώο περιέχει τις ακόλουθες τουλάχιστον πληροφορίες:
α) το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση, την ηλεκτρονική διεύθυνση, τα στοιχεία επικοινωνίας και τον αριθμό μητρώου διαχειριστή, όταν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο ή την επωνυμία, τη διεύθυνση, την ηλεκτρονική διεύθυνση διαχειριστή, όταν πρόκειται για νομικό πρόσωπο,

β) το βιογραφικό σημείωμα του πιστοποιημένου προσώπου που είναι εγγεγραμμένο ως διαχειριστής αφερεγγυότητας ή του πιστοποιημένου προσώπου ή των πιστοποιημένων προσώπων που απασχολεί,
γ) στην περίπτωση των διαχειριστών αφερεγγυότητας νομικών προσώπων εγγεγραμμένων στην Βαθμίδα Β’, τα πιστοποιημένα πρόσωπα που απασχολούνται σε αυτά με οιαδήποτε σχέση και
δ) κάθε άλλη πληροφορία, η οποία καταχωρίζεται στο μητρώο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. (άρθρο 236 παρ. 5 και 6).

219. Τι υποχρεούται να προσκομίσει ο διαχειριστής αφερεγγυότητας;

Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας υποχρεούται να προσκομίσει στην Επιτροπή Διαχείρισης Αφερεγγυότητας, σύμβαση ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης, η οποία καλύπτει την αστική του ευθύνη από την άσκηση των καθηκόντων του ως διαχειριστή αφερεγγυότητας, συμπεριλαμβανομένης της τέλεσης των πειθαρχικών παραπτωμάτων.
Στην περίπτωση διαχειριστή αφερεγγυότητας που είναι νομικό πρόσωπο προσκομίζεται σύμβαση ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης που αφορά το νομικό πρόσωπο.
Στην περίπτωση διαχειριστή αφερεγγυότητας που είναι φυσικό πρόσωπο, που απασχολείται από νομικό πρόσωπο με οποιαδήποτε σχέση, η ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης αυτού καλύπτεται από την ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης του νομικού προσώπου. Στην περίπτωση αυτή ο διαχειριστής αφερεγγυότητας φυσικό πρόσωπο υποχρεούται να προσκομίσει στην Επιτροπή Διαχείρισης Αφερεγγυότητας βεβαίωση ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης του νομικού προσώπου, στην οποία αναφέρεται ότι καλύπτεται και ο διαχειριστής αφερεγγυότητας φυσικό πρόσωπο.
Σε περίπτωση που η σύμβαση ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης δεν προσκομιστεί, ο διορισμός και η ανάληψη καθηκόντων διαχειριστή αφερεγγυότητας απαγορεύονται, χωρίς η απαγόρευση αυτή να συνιστά λόγο ανάκλησης της χορηγηθείσης αδείας. (άρθρο 236 παρ. 7 και 8).

220. Ποια είναι τα κωλύματα για τον διορισμό του διαχειριστή αφερεγγυότητας;

Διαχειριστής αφερεγγυότητας δεν μπορεί να διοριστεί πρόσωπο το οποίο:

α. συνδέεται με τον οφειλέτη, και επί νομικών προσώπων με κάποιο από τα φυσικά πρόσωπα που μετέχουν στη διοίκησή τους ή ασκούν έλεγχο επ’ αυτών, με συγγένεια εξ αίματος ή αγχιστείας σε ευθεία γραμμή απεριόριστα ή με υιοθεσία και εκ πλαγίου μέχρι τέταρτου βαθμού ή είναι σύζυγος αυτών, ή
β. συνδέεται με τον οφειλέτη ή πρόσωπο που ελέγχει ή ελέγχεται από τον οφειλέτη με συμβατική σχέση, ή

γ. την πενταετία πριν την υποβολή της αίτησης για υπαγωγή σε διαδικασία αφερεγγυότητας, το πιστοποιημένο πρόσωπο που απασχολείται στην διαδικασία αφερεγγυότητας:
i. συμμετείχε στη διαχείριση ή εκπροσώπηση της επιχείρησης του οφειλέτη, ή
ii. είχε την ιδιότητα του νόμιμου ελεγκτή της επιχείρησης του οφειλέτη ή απασχολείτο στον νόμιμο έλεγχο για λογαριασμό ελεγκτικής εταιρίας,
δ την τριετία πριν την υποβολή της αίτησης για υπαγωγή σε διαδικασία αφερεγγυότητας είχε λάβει άμεσα ή έμμεσα αμοιβή (ή είχε πληρωθεί απαίτησή του) από τον οφειλέτη ή πρόσωπο που ελέγχει ή ελέγχεται από τον οφειλέτη στο πλαίσιο σύμβασης παροχής εξαρτημένων ή ανεξάρτητων υπηρεσιών ή σύμβασης έργου, με εξαίρεση την περίπτωση που η αμοιβή αυτή αφορά απόπειρα αποφυγής αφερεγγυότητας και είχε την έγκριση πιστωτών που δεν είναι συνδεδεμένα πρόσωπα με τον οφειλέτη.
Στην περίπτωση που ο διαχειριστής αφερεγγυότητας που πρόκειται να διοριστεί είναι νομικό πρόσωπο, τα ως άνω κωλύματα ελέγχονται και ως προς το πιστοποιημένο πρόσωπο, που απασχολείται σε αυτό με οιαδήποτε σχέση. (άρθρο 238 παρ. 1).

221. Πώς ελέγχεται η συνδρομή των κωλυμάτων και ποιες είναι οι συνέπειες σε περίπτωση που συντρέχουν;
Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ελέγχει τη μη συνδρομή των κωλυμάτων ως προς τα πρόσωπα που προσλαμβάνει, με οποιαδήποτε συμβατική σχέση, για την υποβοήθηση του έργου του, καθώς και για το πιστοποιημένο πρόσωπο που απασχολεί.
Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχει κώλυμα του παρόντος, δεν αποδέχεται διορισμό του από οφειλέτη ή πιστωτή. Υποχρεούται να υποβάλει εγγράφως εντός πέντε (5) ημερών από την ειδοποίηση για τον διορισμό του προς το όργανο που τον διόρισε, και, στην περίπτωση που ασκεί καθήκοντα συνδίκου, προς τον εισηγητή, δήλωση περί υπάρξεως κωλύματος. Η μη υποβολή δήλωσης, εφόσον συντρέχει κώλυμα, η αποδοχή διορισμού εφόσον συντρέχει κώλυμα ή η υποβολή ανακριβούς δήλωσης, συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα. (άρθρο 236 παρ. 2, 3 και 4).

222. Ποιες αρχές διέπουν τα καθήκοντα του διαχειριστή αφερεγγυότητας;

Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας και κάθε πιστοποιημένο πρόσωπο οφείλει να ενεργεί με αποτελεσματικό και ικανό τρόπο, ανεξαρτησία, αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Το ίδιο ισχύει και για κάθε πιστοποιημένο πρόσωπο που ασκεί τα δικαιώματά του για λογαριασμό διαχειριστή αφερεγγυότητας που είναι νομικό πρόσωπο. (άρθρο 239).

223. Έχει ο διαχειριστής αφερεγγυότητας υποχρέωση για τακτική ενημέρωση σε σχέση με την πρόοδο και τη συνέχιση των εργασιών της διαδικασίας αφερεγγυότητας;
Πέραν των ειδικότερων καθηκόντων ενημέρωσης ο διαχειριστής αφερεγγυότητας συντάσσει κάθε εξάμηνο, από την ημερομηνία αποδοχής του διορισμού του, συνοπτική έκθεση σχετικά με την πορεία και τον τρόπο συνέχισης των εργασιών της διαδικασίας αφερεγγυότητας και τα έξοδα στο οποία έχει υποβληθεί. Η έκθεση αυτή υποβάλλεται στο αρμόδιο όργανο και σε περίπτωση πτωχευτικής διαδικασίας στον εισηγητή, εντός είκοσι (20) ημερών από τη λήξη του εξαμήνου. (άρθρο 240 παρ. 1)
Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας παρέχει διευκρινίσεις επί της έκθεσης της παρ. 1, εφόσον ζητηθεί εγγράφως από το αρμόδιο όργανο ή τον εισηγητή. (άρθρο 240 παρ. 2)
Η μη συμμόρφωση του διαχειριστή αφερεγγυότητας όσον αφορά την υποχρέωση σύνταξης έκθεσης περιοδικής ενημέρωσης, καθώς και η ανακριβής ή παραπλανητική παροχή στοιχείων ή η καθυστέρηση στην παροχή διευκρινίσεων επί της έκθεσης, γνωστοποιείται με επιμέλεια του αρμοδίου οργάνου ή του εισηγητή, στην αρμόδια αρχή, για την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου σύμφωνα με τα άρθρα 242 κ. έπ. (άρθρο 240 παρ. 3)
Η ανωτέρω έκθεση υποβάλλεται με επιμέλεια του διαχειριστή στην αρμόδια αρχή εντός πέντε (5) ημερών από την υποβολή της σύμφωνα με την παρ. 1 και ταυτόχρονα καταχωρείται στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213. Σε κάθε περίπτωση, κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα, ύστερα από αίτησή του, να λαμβάνει γνώση της πιο πάνω έκθεσης, στην περίπτωση ιδίως που δεν έχει πρόσβαση στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213. (άρθρο 240 παρ. 4)

224. Με ποια κριτήρια προσδιορίζεται η αμοιβή του διαχειριστή αφερεγγυότητας, από ποιον και πώς καταβάλλεται;

Η αμοιβή του διαχειριστή αφερεγγυότητας προσδιορίζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο με βάση τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες που αναλαμβάνει, εφαρμόζοντας ως κριτήρια προσδιορισμού ιδίως την οικονομική αξία και το είδος της υπόθεσης, την επιμέλεια, την ικανότητα και εμπειρία του διαχειριστή, το είδος και την ποιότητα της παρασχεθείσας επιστημονικής εργασίας εκ μέρους του και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε και βαρύνουν τον ίδιο. Η αμοιβή αυτή μπορεί να καθορίζεται ως σταθερό ποσό, καταβαλλόμενο σταδιακά σε μηνιαία ή τριμηνιαία βάση ή στο τέλος της διαδικασίας. Κατά τον αυτό χρόνο καταβάλλονται και τα έξοδα που αναφέρονται στην περιοδική έκθεση του διαχειριστή αφερεγγυότητας. Στην περίπτωση διαχειριστή αφερεγγυότητας νομικού προσώπου η σχετική αμοιβή, καθώς και η αμοιβή επιτυχίας, καταβάλλεται στο όνομα του νομικού προσώπου και όχι του πιστοποιημένου προσώπου που απασχολείται σε αυτό. (άρθρο 241 παρ. 1)

225. Δικαιούται ο διαχειριστής αφερεγγυότητας να λάβει πρόσθετη αμοιβή και υπό ποιες προϋποθέσεις;
Επιτρέπεται η κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας με πιστωτές που εκπροσωπούν το εξήντα τοις εκατό (60%) του συνόλου των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη, στο οποίο περιλαμβάνεται το σαράντα τοις εκατό (40%) των απαιτήσεων των εμπραγμάτως ή με ειδικό προνόμιο ή με προσημείωση υποθήκης εξασφαλισμένων απαιτήσεων, σύμφωνα με την οποία ο διαχειριστής αφερεγγυότητας λαμβάνει πρόσθετη αμοιβή, το ύψος και το είδος της οποίας εξαρτάται από την επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, όπως ιδίως το ύψος του τιμήματος της εκποίησης ή ρευστοποίησης και το χρόνο περάτωσής τους.
Ο προσδιορισμός της αμοιβής του διαχειριστή δεν υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) του προϊόντος της εκποίησης ή ρευστοποίησης που πραγματοποιείται κάθε φορά ή της επίτευξης συγκεκριμένου αποτελέσματος.
Η πρόσθετη αμοιβή καταβάλλεται στο σύνολό τηςμετά την επίτευξη του συγκεκριμένου αποτελέσματος και στην περίπτωση που αυτό αφορά σε εκποίηση ή ρευστοποίηση του ενεργητικού, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκποίησης ή ρευστοποίησης του εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) τουλάχιστον του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης του οφειλέτη ως λογιστική αξία.
Η συμφωνία για πρόσθετη αμοιβή φέρεται εφόσον διαπιστώσει ότι υπογράφεται από την απαιτούμενη πλειοψηφία των πιστωτών. (άρθρο 241 παρ. 2 και 3)

226. Έχει πειθαρχική ευθύνη ο διαχειριστής αφερεγγυότητας; Πώς ελέγχεται πειθαρχικά;

Ναι. Οι πειθαρχικές κυρώσεις στους διαχειριστές αφερεγγυότητας επιβάλλονται από τα πειθαρχικά συμβούλια. Σε περίπτωση που ο διαχειριστής αφερεγγυότητας είναι νομικό

πρόσωπο, πειθαρχική ποινή μπορεί να επιβληθεί τόσο στο διαχειριστή αφερεγγυότητας όσο και σε πιστοποιημένο πρόσωπο που απασχολεί.(άρθρο 242 παρ. 2)

Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από κάθε άλλη. Η ποινική διαδικασία δεν αναστέλλει την πειθαρχική. Τα πειθαρχικά συμβούλια μπορούν να διατάξουν την αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας, εωσότου περατωθεί η ποινική. Σε περίπτωση αθώωσης στην ποινική δίκη, η πειθαρχική διαδικασία επαναλαμβάνεται αν έχει τιμωρηθεί ο διωχθείς. Οι διαπιστώσεις που περιέχονται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητο βούλευμα, για την ύπαρξη ή όχι ορισμένων γεγονότων, δεσμεύουν τα πειθαρχικά όργανα. (άρθρο 242 παρ. 1 και 3)

227. Ποια είναι τα πειθαρχικά παραπτώματα για τα οποία ελέγχεται ο διαχειριστής αφερεγγυότητας; Πότε παραγράφονται;

Πειθαρχικά παραπτώματα του διαχειριστή αφερεγγυότητας ή του πιστοποιημένου προσώπου είναι:

α) η παραβίαση υποχρέωσης του διαχειριστή αφερεγγυότητας σύμφωνα με διατάξεις της νομοθεσίας που διέπει την άσκηση των καθηκόντων του, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων του κώδικα δεοντολογίας της παραγράφου 2 του άρθρου 239,

β) η μη αποδοχή του διορισμού του, χωρίς σπουδαίο λόγο, ή η παραίτησή του, χωρίς σπουδαίο λόγο,

γ) η παράβαση των καθηκόντων του διαχειριστή, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον,

δ) η απόκτηση παράνομου οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ίδιου του διαχειριστή αφερεγγυότητας, του πιστοποιημένου προσώπου ή τρίτου προσώπου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών,

ε) η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων συμπεριλαμβανομένης και της αδικαιολόγητης καθυστέρηση στην εκτέλεσή τους,

στ) η παράβαση της υποχρέωσης εχεμύθειας για γεγονότα και πληροφορίες, των οποίων λαμβάνει γνώση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και

ζ) κάθε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με την ιδιότητά του, η οποία πλήττει το κύρος του επαγγέλματος. (άρθρο 243)

228. Πότε παραγράφονται τα πειθαρχικά παραπτώματα;

Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται μετά τη συμπλήρωση πενταετίας από την τέλεσή τους, ωστόσο, ο χρόνος της παραγραφής αναστέλλεται με την κοινοποίηση της άσκησης της πειθαρχικής δίωξης. Ο χρόνος της αναστολής αυτής δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη.
Η παραγραφή πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται αν τελεστεί άλλο πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο αποσκοπεί στην απόκρυψη του πρώτου ή τη ματαίωση της έγερσης της πειθαρχικής δίωξης εξαιτίας εκείνου.
Πειθαρχικό παράπτωμα, που αποτελεί συγχρόνως και ποινικό αδίκημα, δεν παραγράφεται πριν την πάροδο του χρόνου για την παραγραφή του ποινικού αδικήματος. Η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος αναστέλλεται για όλο το χρονικό διάστημα από την άσκηση της ποινικής δίωξης μέχρι την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης ή βουλεύματος. (άρθρο 244)

229. Ποιες είναι οι πειθαρχικές ποινές που μπορούν να επιβληθούν στους διαχειριστές αφερεγγυότητας και πώς καθορίζεται η επιμέτρηση τους?
Οι πειθαρχικές κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν στους διαχειριστές αφερεγγυότητας είναι:
α) Η έγγραφη επίπληξη,

β) η επιβολή προστίμου ύψους έως και είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και, σε περίπτωση υποτροπής, προστίμου ύψους έως και σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ,
γ) η προσωρινή απαγόρευση ανάληψης καθηκόντων διαχειριστή αφερεγγυότητας ή απασχόλησης σε αυτά για χρονικό διάστημα από έναν (1) έως δώδεκα (12) μήνες,
δ) η προσωρινή αφαίρεση της άδειας για χρονικό διάστημα έως δύο (2) ετών, η οποία επιβάλλεται ιδίως σε περίπτωση παράβασης των υποχρεώσεων περί κωλυμάτων και η παραίτηση από τη θέση στην οποία έχει διορισθεί χωρίς σπουδαίο λόγο, και
ε) η οριστική αφαίρεση της άδειας και διαγραφή από το μητρώο.

Κάθε πειθαρχική κύρωση καταχωρίζεται στο μητρώο διαχειριστών αφερεγγυότητας ή στο μητρώο πιστοποιημένων προσώπων, κατά περίπτωση.
Περαιτέρω, η πειθαρχική κύρωση προσδιορίζεται:

α) από τη βαρύτητα του παραπτώματος και των συνεπειών του, καθώς και από τον αντίκτυπό του στην άσκηση των καθηκόντων του διαχειριστή αφερεγγυότητας,
β) από τον βαθμό του δόλου ή τον βαθμό της αμέλειας του διωκομένου,

γ) από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε το παράπτωμα, όπως, ιδίως, ο προσπορισμός οφέλους και

δ) από την προσωπικότητα του διωκόμενου διαχειριστή ή του πιστοποιημένου προσώπου, την πείρα του, τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη επαγγελματική του συμπεριφορά, καθώς και τη διαγωγή του μετά την πράξη, τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία να επανορθώσει τις συνέπειες.
(άρθρα 245- 246).

230. Υπάρχουν θεσμοθετημένα αρμόδια πειθαρχικά συμβούλια για την εκδίκαση των πειθαρχικών αδικημάτων των διαχειριστών αφερεγγυότητας?
Ναι. Τα Πειθαρχικά Συμβούλια για την εκδίκαση των πειθαρχικών αδικημάτων των διαχειριστών αφερεγγυότητας και πιστοποιημένων προσώπων είναι: α) σε πρώτο βαθμό το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο και β) σε δεύτερο και τελευταίο βαθμό το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο είναι πενταμελές και συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Οι αποφάσεις του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, με εξαίρεση εκείνες που επιβάλλουν την επίπληξη υπόκεινται σε έφεση εκ μέρους του καταδικασθέντος. Επίσης, σε έφεση ασκούμενη από τον Υπουργό Δικαιοσύνης υπόκεινται όλες οι αποφάσεις του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου. Η έφεση ασκείται ενώπιον του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου, το οποίο είναι πενταμελές και αποτελείται από τον πρόεδρο και τέσσερα (4) μέλη, καθώς και από ισάριθμους αναπληρωτές τους, με τριετή θητεία. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται ως πρόεδρος του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου, με τον αναπληρωτή του, ένας αρεοπαγίτης και ως μέλη, με τους αναπληρωτές τους, ένας καθηγητής ή αναπληρωτής καθηγητής νομικής σχολής Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.), εν ενεργεία ή ομότιμος, ένας δικηγόρος που έχει συμπληρώσει εικοσαετή τουλάχιστον δικηγορία και προτείνεται από την Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων, ένας λογιστής φοροτεχνικός Α τάξης με εικοσαετή τουλάχιστον προϋπηρεσία που προτείνεται από το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος (Ο.Ε.Ε.) και ένας νόμιμος ελεγκτής με εικοσαετή τουλάχιστον προϋπηρεσία που προτείνεται από την Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (Ε.Λ.Τ.Ε.) (Άρθρα 247-249).

231. Σε ποιες ενέργειες προβαίνει ο Πρόεδρος της Επιτροπής Διαχείρισης Αφερεγγγυότητας όταν λαμβάνει καταγγελία ή γνώση για πειθαρχικώς επιλήψιμη πράξη διαχειριστή αφερεγγυότητας ή πιστοποιημένου προσώπου;

Αν η καταγγελία είναι ανώνυμη ή εάν αυτή δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Διαχείρισης Αφερεγγυότητας, την αρχειοθετεί. Σε κάθε άλλη περίπτωση, μόλις λάβει την καταγγελία ή γνώση της επιλήψιμης πράξης, παραγγέλλει την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης. (άρθρο 250)

232. Πόσο διαρκεί η προκαταρκτική εξέταση και πώς περατώνεται αυτή; Πότε ασκείται πειθαρχική δίωξη;

Η προκαταρκτική εξέταση έχει σύντομη διάρκεια και περατώνεται το αργότερο εντός 30 ημερών είτε με γραπτές ή προφορικές εξηγήσεις του διαχειριστή αφερεγγυότητας ή του πιστοποιημένου προσώπου, είτε με πράξη, με την οποία τίθεται η υπόθεση στο αρχείο. Μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης και εφόσον προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος, ασκείται πειθαρχική δίωξη ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου. (άρθρο 251 παρ. 1 και 252 παρ. 1)

233. Σε ποιες περιπτώσεις δεν διενεργείται προκαταρκτική πειθαρχική εξέταση;

Για πράξεις για τις οποίες έχει ασκηθεί ήδη ποινική δίωξη για κακούργημα ή πλημμέλημα, δεν διενεργείται προκαταρκτική εξέταση. (άρθρο 251 παρ. 3)

234. Πότε απαγγέλλεται κατηγορία?

Μετά την συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού, από τον εισηγητή που ορίζεται, το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, αποφασίζει με βάση την επάρκεια των διαθέσιμων ενδείξεων, αν θα απαγγελθεί κατηγορία ή όχι ή αν πρέπει να γίνει συμπληρωματική ανάκριση από τον εισηγητή. Εάν το Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφασίσει ότι πρέπει να απαγγελθεί κατηγορία, ο εισηγητής συντάσσει κατηγορητήριο και επιδίδεται στον πειθαρχικώς διωκόμενο διαχειριστή αφερεγγυότητας πράξη με ορισμό δικασίμου της υπόθεσης ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου. (άρθρο 253)

235. Πότε εκδίδεται απόφαση από το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο;

H οριστική απόφαση εκδίδεται εντός έξι (6) μηνών από την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης και κοινοποιείται στον διωχθέντα και στον Υπουργό Οικονομικών. Σε περίπτωση αναστολής της πειθαρχικής δίωξης ή αίτησης εξαίρεσης και παραπομπής της υπόθεσης σε άλλο Πειθαρχικό Συμβούλιο, ο χρόνος έκδοσης της απόφασης, παρατείνεται αναλόγως.

(άρθρο 254 παρ. 2)

236. Τι γίνεται, εάν για το πειθαρχικό παράπτωμα του διαχειριστή αφερεγγυότητας, έχει εκδοθεί αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση ή απαλλακτικό βούλευμα;

Αν το πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά και αξιόποινη πράξη και έχει εκδοθεί αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση, ή απαλλακτικό βούλευμα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μπορεί να εκδικάσει την υπόθεση στην ουσία της και να εκδώσει απόφαση. Στην περίπτωση αυτή, ο αρμόδιος εισαγγελέας οφείλει να αποστείλει μετά από αίτηση του εισηγητή, αντίγραφο της σχετικής ποινικής δικογραφίας. (άρθρο 254 παρ. 3 )

237. Ο πειθαρχικά διωκόμενος διαχειριστής αφερεγγυότητας ή το πειθαρχικά διωκόμενο πιστοποιημένο πρόσωπο μπορεί να προσβάλλει την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου;
Ο πειθαρχικά διωκόμενος διαχειριστής αφερεγγυότητας ή το πειθαρχικά διωκόμενο πιστοποιημένο πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε οποιαδήποτε ποινή, πλην της επίπληξης, έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την επίδοση της απόφασης και πάντως όχι μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από την έκδοση της απόφασης.
Η έφεση ασκείται με κατάθεσή της στη γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου. Για την άσκηση της έφεσης συντάσσεται έκθεση. Η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης και η άσκησή της δεν έχουν ανασταλτική δύναμη, εκτός εάν στην απόφαση ορίζεται διαφορετικά.
(Άρθρο 255)

238. Μπορεί να ζητηθεί εξαίρεση των μελών των Πειθαρχικών Συμβουλίων;

Οι διατάξεις των άρθρων 17 επ. του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας για την εξαίρεση των δικαστών ισχύουν και για την εξαίρεση των μελών των Πειθαρχικών Συμβουλίων.
Η αίτηση για την εξαίρεση επιδίδεται στον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου, ο οποίος την εισάγει στο Πειθαρχικό Συμβούλιο για να αποφανθεί. Η απόφαση που εκδίδεται είναι αμετάκλητη. Κάθε εγκαλούμενος έχει δικαίωμα υποβολής αίτησης εξαίρεσης μόνο μια φορά σε κάθε βαθμό πειθαρχικής δικαιοδοσίας.
Η αίτηση εξαίρεσης είναι απαράδεκτη όταν αυτή αφορά στην εξαίρεση όλων των μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου.
(Άρθρο 257)

239. Προβλέπεται ανάκληση αδείαςδιαχειριστή αφερεγγυότητας ή πιστοποιημένου προσώπου;
Κάθε άδεια που χορηγήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος ανακαλείται με απόφαση της αρμόδιας αρχής εφόσον συντρέχει στο πρόσωπο του δικαιούχου μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) επιβολή πειθαρχικής κύρωσης οριστικής αφαίρεσης της άδειας με απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 245,
β) καταδίκη για οποιοδήποτε από τα αδικήματα της περ. β’ της παρ. 3 του άρθρου 231,
γ) συνταξιοδότηση από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα,

δ) οριστική ανάκληση της επαγγελματικής άδειας του δικηγόρου, ορκωτού ελεγκτή λογιστή, λογιστή φοροτεχνικού Α τάξης και, στην περίπτωση νομικών προσώπων, σε περίπτωση οριστικής ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του.
2. Σε περίπτωση καταδίκης σε πρώτο βαθμό για κάποιο από τα αδικήματα της περ. β’ της παρ. 3 του άρθρου 231 αναστέλλεται η ισχύς της άδειας του διαχειριστή ή πιστοποιημένου προσώπου έως την αμετάκλητη απαλλαγή του και ενημερώνεται με σχετική σημείωση το Μητρώο Διαχειριστών Αφερεγγυότητας.
3. Σε περίπτωση οριστικής ανάκλησης της άδειας, σύμφωνα με την παρ. 1, η αρμόδια αρχή προβαίνει στην αμετάκλητη διαγραφή του διαχειριστή από το Μητρώο Διαχειριστών Αφερεγγυότητας.
(Άρθρο 258)

240. Ευθύνεται ο διαχειριστής αφερεγγυότητας έναντι των πιστωτών και σε τι βαθμό;

Έναντι των πτωχευτικών πιστωτών και του οφειλέτη ο διαχειριστής αφερεγγυότητας, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ευθύνεται για κάθε πταίσμα. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του οφείλει να επιδεικνύει την επιμέλεια του συνετού διαχειριστή αφερεγγυότητας.
Στο ίδιο μέτρο ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ευθύνεται έναντι των ανωτέρω προσώπων και για τις πράξεις τρίτου, στον οποίο χωρίς δικαίωμα ανέθεσε τη διεξαγωγή υπόθεσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ενώ, αν είχε το δικαίωμα ανάθεσης, ευθύνεται μόνο για πταίσμα ως προς την επιλογή του τρίτου και ως προς τις οδηγίες που του έδωσε.
Αν από τη δράση διαχειριστή αφερεγγυότητας που ασκεί καθήκοντα συνδίκου δημιουργήθηκε ομαδικό χρέος το οποίο δεν είναι δυνατόν να εκπληρωθεί από την πτωχευτική περιουσία, αυτός υποχρεούται να αποζημιώσει τον ομαδικό πιστωτή αν διέγνωσε ότι η περιουσία δεν προβλέπεται να επαρκέσει για την εκπλήρωση του ομαδικού χρέους τούτου αλλά με δόλο αδιαφόρησε. Σε κάθε περίπτωση που ανακύπτει ευθύνη του συνδίκου έναντι τρίτων, αν αυτοί ικανοποιηθούν σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας, η ομάδα των πιστωτών δικαιούται να αναζητήσει από τον σύνδικο το ποσό απομείωσης της πτωχευτικής περιουσίας από την αιτία αυτή.(Άρθρο 259)

241. Ευθύνεται ο διαχειριστής αφερεγγυότητας έναντι τρίτων και σε τι βαθμό;

Έναντι των τρίτων που ζημιώθηκαν από τη δράση του, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ευθύνεται προσωπικώς μόνο για δόλο. (Άρθρο 259)

242. Ευθύνεται ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ως εκπρόσωπος του οφειλέτη για οφειλές προς το Δημόσιο, τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή εργαζομένους;
Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας δεν ευθύνεται ως εκπρόσωπος του οφειλέτη για οφειλές προς το Δημόσιο, τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή εργαζομένους. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας, αν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, και ο εκπρόσωπος του διαχειριστή αφερεγγυότητας, αν πρόκειται για διαχειριστή αφερεγγυότητας, δεν υπέχει οποιαδήποτε αστική, ποινική ή άλλη ευθύνη για χρέη του οφειλέτη, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους και τον χρόνο στον οποίο ανάγονται, με την επιφύλαξη τυχόν ευθύνης του από τυχόν απομείωσης της πτωχευτικής περιουσίας, η οποία οφείλεται σε αδιαφορία του από δόλο.
(Άρθρο 259)

Αρση κατάσχεσης οχήματος – Κληρονομικό εξαίρετο -. ΣυμβΕφΘεσ 79/2024

Τέτοιο είναι και το όχημα, υπό τον όρο ότι είχε ενταχθεί στην συζυγική, οικογενειακή και κοινωνική λειτουργία και όχι εάν εχρησιμοποιείτο αποκλειστικά από τον αποβιώσαντα σύζυγο. Σε περίπτωση συγκυριότητας, το εξαίρετο αφορά στο ποσοστό του αποβιώσαντος. Απορρίπτεται η αίτηση άρσεως της κατάσχεσης οχήματος που χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά παρανόμως εισελθόντων στη χώρα αλλοδαπών, το μεν διότι το κατασχεθέν όχημα δεν συνιστά εξαίρετο στοιχείο της κληρονομίας, καθότι χρησιμοποιούσε τούτο αποκλειστικά ο αποβιώσας σύζυγος, το δε διότι υπήρξε αυτός συγκύριος με τον κατηγορούμενο, υιό της αιτούσας.

ΑΡΙΘΜΟΣ 79/2024

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΦΕΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Βασίλειο Στέφο, Πρόεδρο Εφετών, Ευστρατία Πατσάκογλου και Δημοσθένη Στίγγα – Εισηγητή, Εφέτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ στο ειδικό δωμάτιο των διασκέψεων, στις 31 Ιανουάριου 2024, χωρίς την παρουσία Εισαγγελέα. Στη συνεδρίαση παραστάθηκε και ο Γραμματέας Παρασκευή Κωνσταντινίδου, (άρθρα 30 παρ. 2, 138 παρ. 1 και 316 παρ. 2 Κ.Π.Δ., όπως κυρώθηκε με το Ν.4620/2019).

Ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης Νικόλαος Δεληδήμος, υπέβαλε προς το Συμβούλιο, στις 18 Ιανουάριου 2024, την από 04-01-2024 και με αριθμό κατάθ. ./10-01-2024 αίτηση της αιτούσας . χήρας ., κατοίκου Διαβατών Θεσσαλονίκης (οδός .), με την οπαία ζητά να αρθεί η κατάσχεση του υπ’ αριθμ. κυκλ. ΝΙΤ . Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας ΟΡΕL, τύπου CORSA, χρώματος μαύρου και αριθμό πλαισίου WOLOSDL. και να της αποδοθεί λόγω περιελεύσεως της κυριότητάς του σε αυτήν κατά ποσοστό 50% ως εξαίρετο στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου της ., άλλως να ορισθεί ως μεσεγγυούχος για τη φύλαξή του, με την έγγραφη πρότασή του 35/2024, η οποία έχει ως εξής: «ΑΡΙΘΜΟΣ 35. ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΦΕΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

ΜΕΚ.

Προς το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης

ΠΡΟΤΑΣΗ υπ’ αριθ. 35/2024

Ασκηθείσης ποινικής διώξεως για διευκόλυνση μεταφοράς υπηκόων τρίτων χωρών, μη δικαιουμένων σε είσοδο στο ελληνικό έδαφος κατά συρροή, από κερδοσκοπία κατά τρόπο κινδυνώδη για άνθρωπο κατά συναυτουργία (άρθρα 30 παρ. 1 β, γ ν.4251/2014, 34 παρ. 2, 45 ΠΚ) εις βάρος του ., ο οποίος παραπέμπεται για την ανωτέρω πράξη ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 6-10-2025, επί σχηματισθείσης υπό στοιχεία ΑΒΜ Φ-./2089 από το Τμήμα Διαχείρισης Μετανάστευσης Μυγδονίας δικογραφίας, επιβλήθηκε στις 7-8-2022 κατάσχεση στο υπ’ αριθμ. κυκλ. ΝΙΤ . ΙΧΕ όχημα, με αριθμό πλαισίου WOLOSDL., ανήκοντος κατά κυριότητα στον ίδιο και στον αποβιώσαντα στις 7-9-2022 . εξ’ αδιαιρέτου, την άρση της οποίας επιδιώκει διά της υπ’ αριθμ. καταθ. ./2024 αιτήσεως η . χήρα . επικαλούμενη ίδιο δικαίωμα κυριότητας επί του κατασχεθέντος οχήματος, που περιήλθε σ’ αυτή, κατά τους διαλαμβανόμενους στην ως άνω αίτηση ισχυρισμούς της, ως εξαίρετο στοιχείο της κληρονομίας του αποβιώσαντος ., κατόπιν δε τούτων εισάγουμε στο Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης την προειρημμένη αίτηση κατά τα άρθρα 269 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ., 160 παρ. 4, 177 παρ. 5, 11 ν.2960/2001 και εκθέτουμε κατά τα άρθρα 30 παρ. 2,4, 138 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. τα εξής:

Σύμφωνα προς το άρθρο 40 ν.4139/2013 «σε περίπτωση καταδίκης … διατάσσεται η δήμευση όλων των πραγμάτων τα οποία προήλθαν από την πράξη … καθώς και των μεταφορικών μέσων και όλων των αντικειμένων τα οποία χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την τέλεση της πράξης είτε αυτά ανήκουν στον αυτουργό είτε σε οποιονδήποτε από τους συμμετόχους.»

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 177 ν.2960/2001, ως τούτο ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 8 ν.4474/2017, και ειδικότερα την παράγραφο 1 αυτού «στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κατάσχονται χερσαία ή εναέρια μεταφορικά μέσα ή μηχανήματα έργου ή μεταφορικά μέσα … για διάπραξη οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος εν γένει, το υπηρεσιακό όργανο το οποίο επέβαλλε την κατάσχεση ή η υπηρεσία στην οποία υπηρετεί το παραδίδει μαζί με αντίγραφα της έκθεσης κατάσχεσης στην Τελωνειακή Αρχή που ορίζεται αποκλειστικός μεσεγγυούχος.

Εν προκειμένω, το υπ’ αριθμ. ΝΙΤ . ΙΧΕ κατασχέθηκε στις 7-8-2022, κατά τα ήδη αναφερθέντα, διότι με αυτό ο εκ των ιδιοκτητών αυτού και κατηγορούμενος . διευκόλυνε τη μεταφορά πέντε (5) αλλοδαπών, υπηκόων Πακιστάν, που δεν εδικαιούντο να εισέλθουν και να παραμείνουν στην Ελλάδα, καταληφθείς εν τω πράττειν στην περιοχή της Σίνδου όπου και συνελήφθη. Στις 7-9-2022 απεβίωσε ο ., συγκύριος του κατασχεθέντος οχήματος (σχετ. η από 8-9-22 οικεία ληξιαρχική πράξη του δήμου Αλεξάνδρειας και φ/ο της άδειας κυκλοφορίας του οχήματος), δίχως να αφήσει διαθήκη (σχετ. το υπ’ αριθμ. ./18-9-2023 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Αλεξάνδρειας), κατέλιπε δε εξ αδιαθέτου κληρονόμους την σύζυγό του . – ήδη αιτούσα – και τα τέκνα του . – ήδη κατηγορούμενο – . και . (σχετ. το υπ’ αριθμ. ./12-9-2022 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του δήμου Αλεξάνδρειας).

Η αιτούσα . με την εδώ κρισιολογούμενη υπ’ αριθμ. ./2024 αίτηση ζητά να αρθεί η επιβληθείσα, κατά τα προεκτεθέντα, κατάσχεση στο υπ’ αριθμ. κυκλ. ΝΙΤ . ΙΧΕ όχημα και να αποδοθεί αυτό στην ίδια λόγω περιελεύσεως της κυριότητός του σε αυτή ως εξαίρετο στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου της . και, επικουρικά, να ορισθεί μεσεγγυούχος του κατασχεθέντος οχήματος.

Η αίτηση αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη για τους κάτωθι λόγους: Κατά το άρθρο 1820 ΑΚ «εκείνος από τους συζύγους που επιζεί καλείται ως κληρονόμος εξ αδιαθέτου με τους συγγενείς της πρώτης τάξης στο τέταρτο και με τους συγγενείς των άλλων τάξεων στο μισό της κληρονομίας. Επιπλέον παίρνει ως εξαίρετο, ανεξάρτητα από την τάξη με την οποία καλείται, τα έπιπλα, σκεύη, ενδύματα και άλλα τέτοια οικιακά αντικείμενα που τα χρησιμοποιούσαν είτε μόνος εκείνος που επιζεί είτε και οι δύο σύζυγοι. Αν όμως υπάρχουν τέκνα του συζύγου που πέθανε λαμβάνονται υπ’ όψιν οι ανάγκες και αυτών, εφόσον το επιβάλλουν οι ειδικές περιστάσεις για λόγους επιείκειας».

Κατά την ανωτέρω διάταξη τα εξαίρετα αντικείμενα της κληρονομίας, που συνιστά εκ του νόμου κληροδοσία (Ν. Παπαντωνίου, Κληρονομικό Δίκαιο, παρ. 90 ΙΙ, σελ. 367 επ.), αφορά σε στοιχείο της οικιακής οικονομίας των συζύγων που προορίζονταν για χρήση στον συζυγικό οίκο (Ν. Παπαντωνίου: ε.α), τέτοιο δε είναι και το όχημα υπό την προϋπόθεση ότι αυτό ήταν ενταγμένο εντός του πλαισίου της συζυγικής οικογενειακής και κοινωνικής ζωής. Δεν πρόκειται όμως για εξαίρετο στοιχείο της κληρονομίας εάν το πράγμα εχρησιμοποιείτο αποκλειστικά από τον θανόντα σύζυγο, όπως ασφαλώς προκύπτει με ερμηνευτικό e contrario επιχείρημα από το δεύτερο εδάφιο της προπαρατεθείσης διατάξεως του άρθρου 1830 Α.Κ. Ευνόητον τυγχάνει πως εάν ο αποβιώσας σύζυγος ήταν εξ’ αδιαιρέτου κύριος κάποιου στοιχείου της κληρονομίας, τυχόν χαρακτηρισμός αυτού ως εξαιρέτου αφορά μόνο το ιδανικό μερίδιό του. Επομένως, όσον αφορά στο κατασχεθέν όχημα η διερεύνηση εάν αυτό συνιστά εξαίρετο στοιχείο της κληρονομίας αφορά στο ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου που ανήκε στον αποβιώσαντα σύζυγο της αιτούσας, του υπολοίπου εξακολουθούντος στην κυριότητα του κατηγορουμένου .. Εξ’ αυτού του λόγου και μόνον η κρισιολογούμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως προς την απόδοση του οχήματος στην αιτούσα . ως κυρία αυτού. Πέραν τούτου, όμως, η χρήση του οχήματος αφορούσε στις ανάγκες και επιδιώξεις των συγκυρίων αυτού, δηλ. των . και ., δεδομένου ότι κανένα άλλο μέλος της οικογένειας δε εξυπηρετείτο από αυτό όπως θα συνέβαινε εάν η κυριότητά του ανήκε σε όλους (οράτε το πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών, ε.α.) ή εάν ανήκε αποκλειστικά στον αποβιώσαντα ή την ίδια την αιτούσα από κοινού με αυτόν δεδομένου ότι δεν ήταν αναγκαία η ικανότητά της προς την οδήγηση (ΑΠ 1781/1987 ΝοΒ, τ.36, 1836). Εξ’ άλλου ούτε η αιτούσα ισχυρίζεται ότι με το κατασχεθέν όχημα εξυπηρετούνται οικογενειακές ανάγκες, αλλά εκλαμβάνει ως δεδομένο, εν είδει λήψεως του ζητουμένου, ότι τούτο αποτελεί εξαίρετο στοιχείο της κληρονομίας καίτοι δεν συντρέχει, οπωσδήποτε κατά το περιεχόμενο της αιτήσεως, καμία προϋπόθεση προς τούτο.

Δεν πρέπει δε να παροράται ότι συγκύριος του οχήματος είναι ο κατηγορούμενος ., ο οποίος μέσω αυτού τέλεσε την αποδιδομένη εις βάρος του πράξη της διευκόλυνσης μεταφοράς αλλοδαπών από κερδοσκοπία, κατά τρόπο κινδυνώδη για άνθρωπο, κατά συρροή και κατά συναυτουργία.

Στην πραγματικότητα διά της υπό κρίσιν αιτήσεως επιδιώκεται πλαγίως και τεχνηέντως η απόδοση του κατασχεθέντος οχήματος στον κατηγορούμενο ., πλην όμως παραβλέπεται ότι συγκύριοι του οχήματος έχουν καταστεί βάσει εξ’ αδιαθέτου διαδοχής από 7-9-2022, κατά το νόμιμο ποσοστό ο καθένας, η . και ο ..

Τέλος, το αίτημα περί ορισμού της αιτούσας ως μεσεγγυούχου του κατασχεθέντος οχήματος είναι επίσης απορριπτέο, διότι κατά το προπεριγραφέν άρθρο 177 ν. 2960/2001, ως ισχύει, βάσει του άρθρου 8 ν. 447/2017, η Τελωνειακή Αρχή ορίζεται αποκλειστικός μεσεγγυούχος αυτού.

Συμφώνως προς το ανωτέρω, και δη επειδή το κατασχεθέν υπ’ αριθμ. όχημα ανήκει κατά το μεγαλύτερο ποσοστό στον κατηγορούμενο ., ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομία του αποβιώσαντος ., ως εξ’ αδιαθέτου κληρονόμος, δεδομένου ότι το ποσοστό επί της κυριότητας του οχήματος αποτελεί άθροισμα του περιελθόντος ποσοστού και του ήδη υπάρχοντος και επειδή το κατασχεθέν όχημα δεν πληροί τους όρους του άρθρου 1820 Α.Κ. προκειμένου να χαρακτηρισθεί εξαίρετο στοιχείο της κληρονομίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ: Να απορριφθεί η υπ’ αριθμ. καταθ. ./2024 αίτηση της . χήρας . περί άρσεως της κατασχέσεως του υπ’ αριθ. ΝΙΤ . ΙΧΕ οχήματος με αριθμό πλαισίου WOLOSDL. και αποδόσεώς του στην ίδια, καθώς και περί ορισμού της ιδίας ως μεσεγγυούχου του κατασχεθέντος οχήματος.

Θεσσαλονίκη, 16η Ιανουαρίου 2024

Ο Εισαγγελέας

Το Συμβούλιο μελέτησε τη δικογραφία και σύμφωνα με το Νόμο σκέφθηκε ως εξής:

Επειδή και το Συμβούλιο έχει σύμφωνη γνώμη με αυτή που διατυπώνεται στην εισαγγελική πρόταση, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της οποίας αναφέρεται εξ ολοκλήρου, ως προς το νομικό και το πραγματικό μέρος της υπόθεσης, λαμβανομένων υπόψη και των ισχυρισμών που αναφέρονται στο από 17-01-2024 υπόμνημα της αιτούσας το οποίο κατατέθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, βάσει δε τούτων, πρέπει να απορριφθεί η την από 04-01-2024 και με αριθμό κατάθ. ./10-01-2024 αίτηση της αιτούσας . χήρας .., κατοίκου Διαβατών Θεσσαλονίκης (οδός .), με την οποία ζητά να αρθεί η κατάσχεση του υπ’ αριθμ. κυκλ. ΝΙΤ . Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας ΟΡΕL, τύπου CORSA, χρώματος μαύρου και αριθμό πλαισίου WOLOSDL.. και να της αποδοθεί λόγω περιελεύσεως της κυριότητάς του σε αυτήν κατά ποσοστό 50% ως εξαίρετο στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου της ., ή τον διορισμό της ως μεσεγγυούχου αυτού, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσοστό (50%) ανήκει στον υιό της ., το οποίο κατασχέθηκε με την από 07-08-2022 Έκθεση Κατασχέσεως αυτοκινήτου του Αρχ/κα . που υπηρετεί στο Τ.Δ.Μ. Μυγδονίας παρουσία και του Υπαρχ/κα . της ίδιας υπηρεσίας, ως απαράδεκτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 04-01-2024 και με αριθμό κατάθ. ./10-01-2024 αίτηση της αιτούσας . χήρας ., κατοίκου Διαβατών Θεσσαλονίκης (οδός .), με την οποία ζητά να αρθεί η κατάσχεση του υπ’ αριθμ. κυκλ. ΝΙΤ . Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας ΟΡΕL, τύπου CORSA, χρώματος μαύρου και αριθμό πλαισίου WOLOSDL.. και να της αποδοθεί λόγω περιελεύσεως της κυριότητάς του σε αυτήν κατά ποσοστό 50% ως εξαίρετο στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου της ., ή τον διορισμό της ως μεσεγγυούχου αυτού, το οποίο κατασχέθηκε με την από 07-08-2022 Έκθεση Κατασχέσεως αυτοκινήτου του Αρχ/κα . που υπηρετεί στο Τ.Δ.Μ. Μυγδονίας παρουσία και του Υπαρχ/κα . της ίδιας υπηρεσίας

ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στη Θεσσαλονίκη, στις 31 Ιανουάριου 2024 και εκδόθηκε την 1η Φεβρουάριου 2024.

από: ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

ΔΕΗ – Ανεξόφλητα τιμολόγια παροχής ηλεκτρικού ρεύματος – Παραγραφή πενταετής

ΜΠρΘηβών 320/2023

Πενταετής παραγραφή αξιώσεων της ΔΕΗ από ανεξόφλητα τιμολόγια παροχής ηλεκτρικού ρεύματος. Τα ανεξόφλητα τιμολόγια παροχής ηλεκτρικού ρεύματος έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα άμα τη λήψη τους. Όταν παραγραφεί η κύρια αξίωση συμπαραγράφονται και οι παρεπόμενες από αυτή αξιώσεις ακόμη και αν δεν συμπληρώθηκε η παραγραφή που ισχύει για αυτές, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αξίωση περί τόκων.

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΗΒΩΝ

(Τακτική Διαδικασία)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Τσέκου, Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Θηβών και από τη Γραμματέα Χρυσούλα Κυριάκου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημοσίως στο ακροατήριό του στις 8-12-2022, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: . , κατοίκου Θήβας (οδός . , αριθ. . ), με ΑΦΜ . , η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ελευθέριου Κτιστάκι (AM ΔΣ Θηβών 90, γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Θ./08-12-2022).

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ – ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «Δ.Ε.Η. Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Χαλκοκονδύλη, αριθ. 30), με ΑΦΜ . της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καταπόδη (AM ΔΣ Θηβών 107, γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Θ./13-12-2022).

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θηβών την από 5-08-2020 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./11-08-2020 αγωγή. Το ανωτέρω Δικαστήριο, δικάζοντας ερήμην της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας δέχτηκε κατ’ ουσίαν την αγωγή με τη με αριθμό 6/2021 οριστική του απόφαση. Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα προσέβαλε την απόφαση αυτή με την από 5-06-2021 έφεσή της, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./08-06-2021 στο Ειρηνοδικείο Θηβών και πράξης προσδιορισμού ./ΕΦΜ/19-01-2022 στο παρόν Δικαστήριο, προσδιοριζομένης δυνάμει αυτής για συζήτηση μετ’ αναβολήν για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης και εγγράφηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις κατατεθείσες προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΊΉ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας κατά της με αριθμό 6/2021 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θηβών, εκδοθείσας ερήμην της κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης και υποχρεώθηκε αυτή (εναγομένη και ήδη εκκαλούσα) να της καταβάλει το ποσό των 6.679,84 ευρώ εκ των οποίων το ποσό των 6.321,19 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 25-05-2015 και μέχρι την εξόφληση, ενώ το ποσό των 358,65 ευρώ ατόκως, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, καθώς ασκήθηκε στις 8-06-2021, ενώ η ανωτέρω εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε την 11η-05-2021 (βλ. σχετική επισημείωση δικαστικής επιμελήτριας . επί του αντιγράφου της απόφασης που επιδόθηκε στην εναγομένη), ήτοι ασκήθηκε εντός τριάντα ημερών από την επίδοση αυτή (άρθρα 495§1, 511, 513§1β, 516§1, 517 και 518§1 ΚΠολΔ), φέρεται δε αρμοδίως προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 17Α ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή. Περαιτέρω, δεδομένου on η εναγομένη – εκκαλούσα δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μέρος που προσβάλλεται με την έφεση (άρθρο 528 ΚΠολΔ), να κρατηθεί η υπόθεση και να συζητηθεί από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια τακτική διαδικασία, αφού η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης κατ’ αποφάσεως που εκδόθηκε σαν να ήταν παρών ο διάδικος, επιφέρει την εξαφάνιση της αποφάσεως μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους τυχόν υποβληθέντες πρόσθετους λόγους εφέσεως, χωρίς να απαιτείται προς τούτο να περιέχει η έφεση παραδεκτό και βάσιμο λόγο [ΑΠ 1140/2008 Δ40 (2009). 187, ΑΠ 884/2007 ΧρΙΔ 8 (2008).52, ΕφΑΘ 2933/2012 ΤΝΠ ΔΣΑ, Απαλαγάκη Ερμηνεία ΚΠολΔ έκδοση 5η άρθρο 528, σελ. 1351 παρ.3].

Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εκθέτει ότι συνήψε με την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα σύμβαση, με αντικείμενο την παροχή εναλλασσόμενου ρεύματος 50 περιόδων, τριφασικό, για επαγγελματική χρήση, για τις ανάγκες του ακινήτου επί της οδού . αριθ. . , στη Θήβα, με αριθμό παροχής . , με τίμημα προβλεπόμενο από τα ισχύοντα τιμολόγιά της. Ότι ορίστηκε σε περίπτωση μη καταβολής ενός λογαριασμού να οφείλονται τόκοι υπερημερίας. Ότι, με βάση τους όρους της σύμβασης η ενάγουσα παρείχε στην εναγόμενη ηλεκτρικό ρεύμα και η τελευταία είχε την υποχρέωση να της καταβάλει την αξία του καταναλωθέντος ρεύματος που αναγραφόταν στον αντίστοιχο μετρητή. Ότι η εναγόμενη κατά το χρονικό διάστημα από 21-11 -2013 έως 25-05-2015 δεν της κατέβαλε την αξία του ηλεκτρικού ρεύματος, που κατανάλωσε. Ότι εξαιτίας των ανωτέρω οφείλει η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 6.679,84 ευρώ, το οποίο αναλύεται, σύμφωνα με τον ενσωματωμένο στην αγωγή πίνακα ανάλυσης οφειλών, στο ποσό των 6.174,54 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώθηκε, στο ποσό των 358,65 ευρώ που αντιστοιχεί στους τόκους υπερημερίας, οι οποίοι έχουν υπολογισθεί έως την ημερομηνία λήξης του τελευταίου λογαριασμού, ήτοι έως 25-05-2015, στο ποσό των 128,83 ευρώ που αντιστοιχεί στο ΕΦΚ και στο ποσό των 17,82 ευρώ που αντιστοιχεί στο ΔΕΤΕ. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη, με προσωρινώς εκτελεστή απόφαση, να της καταβάλει το ποσό των 6.679,84 ευρώ, νομιμοτόκως από 25-05-2015, ημέρα λήξης προθεσμίας πληρωμής του τελευταίου εκδοθέντος λογαριασμού, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, κυρίως μεν κατά τις διατάξεις της πώλησης, επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς και να καταδικαστεί στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή παραδεκτώς εισήχθη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θηβών, ως καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδίου Δικαστηρίου, κατά την τακτική διαδικασία, η δε αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη κατά την κύρια βάση της στις διατάξεις των άρθρων 341, 346, 361, 513 επ., 947 παρ. 2 ΑΚ, 907, 908 παρ. 1 και 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και ως προς την επικουρική της βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, 346, 904 παρ. 1 Α.Κ, πλην του αιτήματος καταβολής τόκων από την 25-05-2015, άλλως από την επίδοση της αγωγής και εφεξής επί του ποσού των αιτουμένων τόκων ύψους 358,65 ευρώ, διότι για τη γένεση της αξιώσεως για τόκους τόκων δεν αρκεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο η άσκηση της κύριας αγωγής για τη νομιμότοκη καταβολή του οφειλόμενου κεφαλαίου, όπως αρκεί, κατ’ άρθρ. 346 Α.Κ., η άσκηση της αγωγής αυτής για τη γένεση τόκων επί του κεφαλαίου αυτού (η απαίτηση για τους οποίους είναι παρεπόμενη του κεφαλαίου, που ζητείται με την αγωγή) αλλά απαιτείται, εάν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού, η άσκηση ξεχωριστής αγωγής για τους τόκους τόκων, αφού το αίτημα καταβολής τόκων επί του ποσού των καθυστερούμενων τόκων δεν θεωρείται παρεπόμενο της κύριας απαιτήσεως (ΑΠ 1403/2013, ΑΠ 174/2013). Πρέπει, επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι δεν υπόκειται σε καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, διότι η ενάγουσα Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.) απολαμβάνει όλων των δικαστικών και δικονομικών προνομίων του Δημοσίου (άρθρο 1 παρ. 2 και 4 παρ. 1 του Ν. 1468/1950, σε συνδυασμό με την παρ. 1 του άρθρου 26 του από 28/28.1.1951 β. διατάγματος, που δεν καταργήθηκε, το π.δ. 360/1991 «περί εξόδου της ΔΕΗ από το δημόσιο τομέα» ούτε με τους νόμους 1914/1990 και 1947/1991 – ΑΠ 73/2003, ΑΠ 1789/2002, ΑΠ 4/2001 ΝΟΜΟΣ), τα οποία εξακολουθούν να ισχύουν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 10 του Ν. 2941/2001, ενώ έχει τηρηθεί η διαδικασία του Ν.4640/2019 (βλ. τη με ημερομηνία 1- 12-2020 έγγραφη ενημέρωση για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση).

Από όλα τα ανεξαιρέτως τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) από το Δικαστήριο, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Με το από 14-05-2010 συμβόλαιο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος για επαγγελματική χρήση η ενάγουσα ανέλαβε, ως «Προμηθευτής», την υποχρέωση έναντι της εναγομένης να ηλεκτροδοτήσει το κείμενο στη Θήβα και επί της οδού . , αριθ. . ακίνητό της με «εναλλασσόμενο ρεύμα 50 περιόδων τριφασικό, τάσεως 181 βολτ, ισχύος περίπου 15 KVA», αυτή δε ως «Καταναλωτής» να καταβάλλει την αξία του καταναλωμένου ηλεκτρικού ρεύματος, σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου. Στα πλαίσια της υποχρεώσεώς της αυτής η ενάγουσα παρέσχε στην εναγομένη την υπ’ αριθ. . παροχή ηλεκτρικού ρεύματος με τιμολόγιο Γ21 επαγγελματικό. Ωστόσο παρά το γεγονός ότι η εναγομένη έκανε χρήση του παρεχόμενου ηλεκτρικού ρεύματος στις εγκαταστάσεις της, έπαυσε να είναι συνεπής στις υποχρεώσεις της και δεν κατέβαλε στην ενάγουσα, ως όφειλε, τα συνολικά ποσά των λογαριασμών που εξέδιδε και της απέστελλε και αφορούσαν τη χρονική περίοδο από 21-11-2013 έως 25-05-2015. Ο τελευταίος λογαριασμός εκδόθηκε στις 29-04-2015 (με λήξη προθεσμίας πληρωμής στις 25-05-2015) με συνολικό ποσό πληρωμής 6.679,84 ευρώ, μετά την αφαίρεση της προκαταβολής ποσού τριακοσίων (300) ευρώ που είχε καταβάλει η εναγομένη και των χρεώσεων ΔΤ, ΔΦ, ΤΑΠ και ΕΡΤ, το οποίο μέχρι σήμερα οφείλεται στην ενάγουσα. Η εκπλήρωση της παροχής από την εναγόμενη είχε συμφωνηθεί με τη σύμβαση σε ορισμένη (δήλη) ημέρα, η οποία συμπίπτει με την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας πληρωμής εκάστου λογαριασμού της ΔΕΗ, η οποία έγκαιρα σχετικώς ειδοποιείτο, με τη παρέλευση δε της ημερομηνίας αυτής κατέστη υπερήμερη. Η ένδικη αξίωση της ενάγουσας Δ.Ε.Η. για την καταβολή του τιμήματος της παρεχόμενης από αυτήν στην εναγομένη ηλεκτρικής ενέργειας και εκτελέσεως της μεταξύ τους καταρτισθείσας συμβάσεως παροχής ηλεκτρικού ρεύματος (που αποτελεί σύμβαση πωλήσεως-ΠΠρΘεσ 24446/1999 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Μ. Μαγγίβα, σε Γεωργιάδη – Σταθόπουλο ΑΚ, αρθρ. 513, αρ. 5, Βαθρακοκοίλη ΕΡΝΟΜΑΚ Τόμος Τ’, ημίτομος Α, Ειδικό Ενοχικό, αρθρ. 513, αρ. 114), γεννήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 21-11-2013 έως 25-05-2015, αφού κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα επήλθε το δικαιοπρακτικό γεγονός της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, από το οποίο πηγάζει η ένδικη απαίτηση, ήταν δε δυνατή και η δικαστική επιδίωξη της αντίστοιχης απαιτήσεως του τιμήματος, που αναλογούσε στη μηνιαία καταναλισκόμενη εκ μέρους της εναγομένης ηλεκτρική ενέργεια, εφόσον η ενάγουσα δεν επικαλείται νομικούς λόγους που την εμπόδιζαν να επιδιώξει δικαστικός το αντίστοιχο τίμημα (ΠΠρΘεσ 24446/1999 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Άλλωστε οι ένδικες αξιώσεις είναι περιοδικώς καταβλητέες (επαναλαμβανόμενες παροχές), διαφόρου μεν κάθε φορά ύψους, αλλά σαφώς καθορισμένου εκ των προτέρων περιεχομένου, οι οποίες δεν διατελούν ως προς τη γένεση και ύπαρξή τους υπό αίρεση, αλλά παράγονται διά μόνης της παρόδου του αναγκαίου χρόνου (κατά τη βούληση των συμβαλλομένων ΑΠ 330/1985, ΕφΠατρ 949/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, η παραγραφή της αξιώσεως για καταβολή του τιμήματος της καταναλισκομένης από την εναγόμενη ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη διάρκεια του έτους 2013 και δη από 21-11-2013 μέχρι 31-12-2013, ποσού 393,15 ευρώ, άρχισε από το τέλος του οικονομικού έτους 2013, ήτοι από 1-01-2014 και μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής στις 3-09-2020 (βλ. την υπ. αριθ. ./3-09-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Εύβοιας . ), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και επομένως η ένδικη αξίωση της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από 21-11-2013 μέχρι 31-12-2013 έχει υποκύψει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 250.1 ΑΚ πενταετή παραγραφή. Επίσης, η παραγραφή της ένδικης αξιώσεως που αναφέρεται στο έτος 2014, συνολικού ποσού 6.184,67 ευρώ, άρχισε να τρέχει από 1-01-2015 και έως την άσκηση της υπό κρίση αγωγής στις 3-09-2020, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, οπότε η ένδικη αξίωση για το έτος 2014 υπέκυψε στην ως άνω πενταετή παραγραφή. Ο ισχυρισμός δε της ενάγουσας, που στοιχειοθετεί την αντένσταση της διακοπής της παραγραφής, ότι δηλαδή με την αποστολή του από 25-11-2019 εξωδίκου, σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου καλείτο η εναγομένη να καταβάλει το σύνολο των ανεξόφλητων λογαριασμών (βλ. τη με αριθ. ./4-12-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Εύβοιας . ), αναγνωρίσθηκε η εκζητούμενη στο σύνολό της οφειλή (εκ μέρους της), αφού αυτή δεν εναντιώθηκε, ούτε αμφισβήτησε τα οφειλόμενα ποσά και συνεπώς χώρησε διακοπτικό της παραγραφής γεγονός, τυγχάνει απορριπτέος, αφού σε καμία περίπτωση από τη σιωπή της εναγομένης δεν μπορεί να συναχθεί αναγνώριση της οφειλής (ΑΠ 924/977, ΕφΔωδ 86/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ούτε πάλι ευσταθεί ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι το χρονικό σημείο εκκίνησης της παραγραφής μετατοπίζεται στην ημερομηνία έκδοσης του εκκαθαριστικού «τελικού» λογαριασμού, ήτοι την 29η-04-2015, αφού σύμφωνα με τον υπ’ αριθ. 4 όρο του από 14-05-2010 συμβολαίου παροχής ρεύματος, που έγινε αμοιβαίως αποδεκτό από τους διαδίκους: «Ο καταναλωτής είναι υποχρεωμένος με την παρουσίαση του σχετικού λογαριασμού να καταβάλλει στον Προμηθευτή το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στο ρεύμα που του προσφέρθηκε ή του χορηγήθηκε με βάση το Συμβόλαιο αυτό». Τα ανεξόφλητα δηλαδή τιμολόγια παροχής ρεύματος έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα άμα τη λήψη τους από την εναγομένη και καμία επιρροή δεν ασκεί το γεγονός της αποστολής συγκεντρωτικού λογαριασμού στις 29-04-2015. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αξίωση της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από 21-11-2013 έως 31-12-2014 υπέκυψε στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250.1 ΑΚ και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί κατ’ ουσίαν η αγωγή ως προς το ανωτέρω ποσό των 6.577,82 ευρώ, γενομένης δεκτής και από ουσιαστική άποψη της σχετικής ανατρεπτικής ένστασης παραγραφής (άρθρα 247, 250 αρ. 1, 253 και 277 ΑΚ) που παραδεκτά προέβαλε η εναγομένη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τουλάχιστον από τις 18-07-2014 και μετά δεν υπήρξε κατανάλωση ρεύματος, γεγονός που προκύπτει από τους αποσταλέντες στην εναγομένη λογαριασμούς, στους οποίους δεν αποτυπώνεται κατανάλωση ενέργειας. Το συνολικό ποσό δε των 102,02 ευρώ, που αιτείται επιπλέον η ενάγουσα (αφαιρουμένου από του αιτηθέντος ποσού των 6.679,84 ευρώ του ποσού των 6.577,82 ευρώ που έχει παραγραφεί), αφορά σε τόκους υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 23-01-2015 έως 23-03-2015 επί του κεφαλαίου, το οποίο έχει, κατά τα ως άνω εκτεθέντα, παραγραφεί, σύμφωνα δε με τα οριζόμενα στο άρθρο 274 ΑΚ, όταν παραγραφεί η κύρια αξίωση συμπαραγράφονται και οι παρεπόμενες από αυτήν αξιώσεις, και αν ακόμα δεν συμπληρώθηκε η παραγραφή που ισχύει για αυτές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η αξίωση περί τόκων (Γ. Τσουλούφας σε Λεοντή ΔΕΑΚ Τόμος 1, έκδοση 2020, άρθρο 274, αριθ. 1-2, σελ. 764-765, Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ΑΚ άρθρ. 274, αρ. 2, Βαθρακοκοίλη ΕΡΝΟΜΑΚ Τόμος Α’, Γενικές Αρχές, αρθρ. 274, αρ. 2), κι επομένως το σχετικό κονδύλιο έχει παραγραφεί και θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο. Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, θα πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη κατά την κύρια βάση της, αλλά και ως προς την επικουρική του αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθώς η παραγραφή της κύριας αξίωσης αποτελεί νόμιμη αιτία πλουτισμού (ΑΠ 976/2012, ΑΠ 924/2006, ΕφΑΘ 3619/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γ. Γιαννακόπουλος σε Λεοντή ΔΕΑΚ Τόμος 1, έκδοση 2020, άρθρο 904, αριθ. 9, σελ. 2325). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων λόγω της δυσχέρειας των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου (άρθρα 179, 183 και 191 §2 ΚΠολΔ), ενώ θα πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην εκκαλούσα του παράβολου που κατέθεσε για την άσκηση της έφεσης αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της με αριθμό 6/2021 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θηβών, το οποίο δίκασε τη διαφορά των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την ανωτέρω εκκαλουμένη απόφαση.

ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την από 5-08-2020 (αριθ. εκθ. καταθ. ./11-08-2020) αγωγή.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, μεταξύ των διαδίκων.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της έφεσης παράβολου στην εκκαλούσα (με κωδικό . ).

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Θήβα σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Οκτωβρίου 2023, χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

Τράπεζες – Παροχή επενδυτικών συμβουλών – Περιεχόμενο ενημέρωσης του καταναλωτή – Ευθύνη τραπεζών από πλημμελείς επενδυτικές υπηρεσίες -.

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

ΑΠ 796/2023

Ευθύνη Τράπεζας, ως παρέχουσας τέτοιες υπηρεσίες, εφόσον δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του. Ομόλογα μειωμένης εξασφάλισης. Η υποχρέωση ενημέρωσης των συναλλασσομένων καθίσταται εντονότερη προκειμένου περί σύνθετων τραπεζικών προϊόντων, όπως είναι τα ομόλογα που είναι συνδεδεμένα με το δείκτη Euribor. Πριν από τη σύναψη της σχετικής συμβάσεως, επιβάλλεται στην τράπεζα πλήρης και επαρκής έγγραφη πληροφόρηση των πελατών της, ιδίως δε για τους κινδύνους που συνδέονται με τα επενδυτικά προϊόντα που αποτελούν το αντικείμενο της συναλλαγής. Τοποθέτηση κεφαλαίων κατόπιν επενδυτικής συμβουλής σε υβριδικούς τίτλους μειωμένης εξασφάλισης. Η ζημία συνίσταται στα χρηματικά ποσά που διέθεσε ο ενάγων και επήλθε κατά τον χρόνο αγοράς των τίτλων συνεπεία της πλημμελούς επενδυτικής πληροφόρησης, συμβουλής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της τράπεζας. Η ίδια η αγορά των επενδυτικών προϊόντων είναι το επιζήμιο αποτέλεσμα του σφάλματος της τράπεζας. Χρονική σύμπτωση μεταξύ ζημιογόνου γεγονότος και προκληθείσας εξ αυτού ζημίας. Εφαρμογή της θεωρίας της διαφοράς. Η αποκαταστατέα ζημία, που συνδέεται αιτιωδώς με τις παράνομες πράξεις της αναιρεσείουσας, ταυτοποιείται στο ύψος των χρηματικών ποσών που ο ενάγων τοποθέτησε στη συγκεκριμένη επένδυση (θετική ζημία) και αποκαθίσταται μέσω της απόδοσής τους. Πρόδηλη πλήρωση του αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στο νόμιμο λόγο ευθύνης και στη ζημία, αφού χωρίς τη συγκεκριμένη πράξη δεν θα είχαν επενδυθεί τα ποσά και θα είχε αποφευχθεί η ζημία. Η διεθνής οικονομική κρίση και η θέση της εκδότριας των ζημιογόνων ομολόγων υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης είναι μεταγενέστερα γεγονότα του χρόνου επέλευσης της ζημίας. Το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας δεν επηρεάζεται ως προς την επέλευσή της από νομικά αδιάφορα μεταγενέστερα του χρόνου επέλευσης της ζημίας γεγονότα. Συνυπολογισμός οφέλους και ζημίας. Ορθά το Εφετείο απέρριψε σχετικό ισχυρισμό της τράπεζας, ως προς τους τόκους που εισέπραξε ο ενάγων από τα ομόλογα, εφόσον δέχθηκε ότι το κέρδος του αυτό δεν προκλήθηκε από το επιζήμιο γεγονός της απώλειας του κεφαλαίου του.

Αριθμός 796/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη – Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ» και διακριτικό τίτλο «ALPHA ΒΑΝΚ», η οποία εδρεύει στον Δήμο Αθηναίων και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: . , κατοίκου Καρπενησίου. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Τίγκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2020 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-7-2020 αίτηση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: “αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών”. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β’ του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ’ αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 931/2019). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β’, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, Κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017). Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 1406/2021). Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 813/2019). Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (εφεξής Ε.Π.Ε.Υ), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ’ αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.” … Τρίτη αρχή: “Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές.” Τέταρτη αρχή: “Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς.” … Έβδομη αρχή: “Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς”. Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ’ αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ). Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων. Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής. Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση. Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 536/2019, ΑΠ 244/2016, ΑΠ 1738/2013). Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 «προστασία καταναλωτών», όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι “ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή παράλειψη του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή” (παρ. 1 εδ. α), ότι “ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας” (παρ. 1 εδ. β’ ), ότι “ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας” (παρ. 3), και ότι “ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας” (παρ. 4 εδ. α’), προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος. Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994 (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 1028/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Λαμίας, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: «Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) 46 ετών, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, έγγαμος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων, είναι απόφοιτος μέσης εκπαίδευσης και κατοικεί στο Καρπενήσι, όπου διατηρεί επιχείρηση αρτοποιίας. Η εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία (αναιρεσείουσα), με έδρα την Αθήνα, διατηρεί υποκαταστήματα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων και στο Καρπενήσι. Ο ενάγων ήταν πελάτης της εναγόμενης εταιρίας, και συγκεκριμένα του υποκαταστήματος αυτής στο Καρπενήσι, με το οποίο είχε μακρόχρονη συνεργασία, ήδη από δεκαετίας καθόσον σ’ αυτή αποταμίευε τα χρήματα που κέρδιζε από την εργασία του, επιλέγοντας την τοποθέτηση αυτών σε καταθετικούς λογαριασμούς έως το έτος 2004, όπως εκθέτει ο ίδιος στην αγωγή του και δεν αντικρούει η αντίδικος του. Επρόκειτο, δηλαδή, για έναν συντηρητικό αποταμιευτή και άπειρο επενδυτή, αφού έως το έτος 2004 διατηρούσε μόνον τραπεζικούς καταθετικούς λογαριασμούς. Το έτος 2004, ύστερα από παρότρυνση του Διευθυντή του υποκαταστήματος της εναγομένης στο Καρπενήσι, ο ενάγων άρχισε τη συνεργασία του με το τμήμα «Ιδιωτικής Τραπεζικής» (PRIVATE BANKING) της εναγομένης, το οποίο έδρευε στο Βόλο και το οποίο παρουσιάστηκε σ’ αυτόν από τον ανωτέρω Διευθυντή ως καταλληλότερο για την εξυπηρέτηση του λόγω του σημαντικού ύψους των τραπεζικών καταθέσεων που διέθετε. Προς το σκοπό ένταξης του στο τμήμα «Ιδιωτικής Τραπεζικής» (PRIVATE BANKING) της εναγομένης, μετέβη στο Καρπενήσι από το υποκατάστημα του Βόλου του τμήματος αυτού, ο αρμόδιος υπάλληλος της εναγομένης . , προκειμένου να ενημερώσει τον ενάγοντα για τις παροχές της πιο πάνω υπηρεσίας. Ο ενάγων επεσήμανε εξαρχής στον . ότι αποσκοπεί στην ασφάλεια του κεφαλαίου του, επιθυμώντας την τοποθέτηση των χρημάτων του σε προθεσμιακή κατάθεση, διατηρώντας την πρακτική που έως τότε ακολουθούσε με την τοποθέτηση των αποταμιεύσεων του. Ο τελευταίος τον διαβεβαίωσε ότι το κεφάλαιο του θα παρέμενε ασφαλές σύμφωνα με τα όσα ο ενάγων είχε εκθέσει ότι επιθυμούσε, καθώς και ότι η συνεργασία του με το τμήμα PRIVATE BANKING, η οποία απευθυνόταν σε καλούς πελάτες όπως ο ενάγων, θα λειτουργούσε προς όφελος του. Στη συνέχεια, από τους υπαλλήλους του τμήματος PRIVATE BANKING της εναγομένης παρουσιάστηκε στον ενάγοντα ως προαπαιτούμενο για την έναρξη της συνεργασίας τους η υπογραφή σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών την οποία ο ενάγων υπέγραψε στις 6-8-2004 και η οποία έφερε αριθμό … και τίτλο «Σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών επί μη χρηματιστηριακών προϊόντων», στα πλαίσια της οποίας ο ενάγων αγόρασε το ομόλογο με την επωνυμία «…», ενώ λίγες ημέρες αργότερα, στις 27-8-2004 υπέγραψε και την με αριθμό … σύμβαση, που έφερε τον τίτλο «Σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών», η οποία αποτελεί ενιαίο σύνολο με τα παραρτήματα αυτής, ήτοι το Παράρτημα Α «Επενδυτικοί κίνδυνοι που αναλαμβάνει ο επενδυτής», το Παράρτημα Β «Πρόσθετοι Παράγοντες Αξιολογήσεως επενδύσεων σε Αγορές του Εξωτερικού», το Παράρτημα Γ «Παραδοχές Αποτίμησης – Παραδοχές Υπολογισμού Αποδόσεων», τα έγγραφα με τίτλο «ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΗ ΦΥΣΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ», στα οποία περιλαμβάνονταν τα προσωπικά στοιχεία του επενδυτή-ενάγοντος και δηλώθηκε η διεύθυνση αλληλογραφίας του και η με ίδια ημερομηνία «Ανέκκλητη Εντολή-Εξουσιοδότηση», δυνάμει της οποίας αυτός παρείχε εξουσιοδότηση προς την εναγόμενη, μεταξύ άλλων, και για τη χρήση του λογαριασμού που τηρούνταν σ’ αυτή για την εξυπηρέτηση της σύμβασης. Στα ανωτέρω συμβατικά κείμενα που συνυπέγραψαν τόσο ο ενάγων όσο και η εναγόμενη περιλαμβάνονταν προδιατυπωμένοι όροι, χωρίς δυνατότητα διαπραγμάτευσης εκ μέρους του ενάγοντος, με τους οποίους η αντισυμβαλλόμενη του ενάγοντος εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση της κατάρτισης συναλλαγών επί του χαρτοφυλακίου του επενδυτή, επί του συνόλου των χρηματοπιστωτικών μέσων που προβλέπονταν στο Ν. 2396/1996, σύμφωνα με τις εντολές που θα ελάμβανε από αυτόν (άρθρο της σύμβασης), ότι αυτή δεν εγγυώνταν οποιοδήποτε αποτέλεσμα των επενδύσεων ούτε ευθύνονταν για οποιαδήποτε συναφή ζημία των επενδυτών, ότι δεν αναλάμβανε οποιαδήποτε ευθύνη για την πιθανή ζημία την οποία τυχόν θα υφίστατο ο επενδυτής από συναλλαγή που θα καταρτίζονταν ως αποτέλεσμα εκτέλεσης εντολών του, ενώ ο επενδυτής δήλωνε ρητά ότι, οποιαδήποτε εντολή δίνονταν προς αυτή ήταν απόρροια της ελεύθερης επιλογής του, χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές της αντισυμβαλλόμενης εταιρίας (άρθρο 8 της σύμβασης). Στα πλαίσια λειτουργίας της ανωτέρω σύμβασης και κατόπιν συμβουλών του προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης, . , ο οποίος, χωρίς να παράσχει στον ενάγοντα οποιαδήποτε έγγραφη ή προφορική πληροφόρηση σχετικά με τους κινδύνους των προτάσεων του, αντίθετα τον διαβεβαίωνε ότι τα κάτωθι αναφερόμενα και προτεινόμενα απ’ αυτόν προϊόντα είναι εγγυημένα και ασφαλή, ως προς το κεφάλαιο που επενδύεται, όπως ακριβώς και οι προθεσμιακές καταθέσεις που μέχρι τότε διατηρούσε, καθώς και ότι ήταν άμεσα ρευστοποιήσιμα, ο ενάγων πείστηκε ότι οι αποταμιεύσεις του θα είναι εξασφαλισμένες και προέβη στις εξής ενέργειες: την 10η-2-2005 αγόρασε τίτλο με την επωνυμία … , ονομαστικής αξίας 42.000,00 ευρώ, την 27η-6-2005 τίτλο της … PLC, ονομαστικής αξίας 30.000,00 ευρώ, την 25η-5-2006 τίτλο της … GRP, ονομαστικής αξίας 20.000,00 ευρώ, την 26η-1-2007 τίτλο της RS FINANCE, ονομαστικής αξίας 50.000,00 ευρώ, ενώ είχε επενδύσει και μέρος των χρημάτων του σε μετοχές της ΔΕΗ, «ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ», Εμπορικής Τράπεζας, «EUROBANK PROPERTIES». Επίσης, και σε συνέχεια όλων των ανωτέρω συναλλαγών ο ενάγων, κατόπιν παροτρύνσεως του προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης, . προέβη την 31 η-1 -2007 στην αγορά τίτλου εκδόσεως της CYPRUS POPULAR BANK ονομαστικής αξίας 111.000,00 ευρώ καταβάλλοντος ποσό 112.152,92 ευρώ. Η εντολή αγοράς του παραπάνω προϊόντος έγινε τηλεφωνικά και στη συνέχεια υπογράφηκε σχετικό αποδεικτικό συναλλαγής στο υποκατάστημα της εναγομένης στο Καρπενήσι. Κατά τη λειτουργία των ως άνω συμβάσεων εντολής ο ενάγων λάμβανε κάθε μήνα από την τράπεζα (Private Bank) τη μηνιαία αποτίμηση του χαρτοφυλακίου του, όπου οι επενδύσεις του στα ανωτέρω ομόλογα αναγράφονταν ως κατηγορία επένδυσης «ΣΤΑΘΕΡΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ», οι καταθέσεις του αναγράφονταν ως κατηγορία επένδυσης «ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑ», η αξία των μετοχών ως κατηγορία επένδυσης «ΜΕΤΟΧΕΣ ΕΛΛΑΔΟΣ». Όσον αφορά τον επίδικο τίτλο με την επωνυμία «CYPRUS POPULAR BANK 26.5.2016» με ISIN … , που εκδόθηκε στις 26-5-2006 από την τράπεζα «CYPRUS POPULAR ΒΑΝΚ», ήδη τελούσα σε ειδική εκκαθάριση, και αγοράστηκε από τον ενάγοντα ύστερα από συμβουλή και προτροπή των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, προέκυψε ότι ήταν μία ομολογία σε ευρώ, μειωμένης εξασφάλισης (subordinated note), κάτι το οποίο σημαίνει ότι έρχεται τελευταία σε προτεραιότητα ικανοποίησης σε περίπτωση ρευστοποίησης της εκδότριας του ομολόγου εταιρίας, κατ’ ουσίαν δηλαδή στερείται εγγυήσεως… , το συνολικό ποσό της έκδοσης ανήλθε σε 1.000.000.000,00 ευρώ και διατέθηκε στους επενδυτές μέσω της «Deutshe Bank» ως αναδόχου και άλλων υποαναδόχων εταιριών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και η εναγόμενη τραπεζική εταιρία, ενώ το τοκομερίδιο του υπολογίζονταν και πληρώνονταν ανά τρίμηνο επί τη βάση του τρίμηνου επιτοκίου euribor πλέον 0,75 ετησίως έως την ημερομηνία ανάκλησης και πλέον 1,75% ετησίως μετά την ημερομηνία ανάκλησης. Λόγω αφενός της ρήτρας μειωμένης εξασφάλισης και αφετέρου της σύνδεσης του με τον δείκτη euribor αλλά και με βάση την ΠΔΤΕ 2501/2002 καθώς και με βάση την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών (ESMA), το επίδικο ομόλογο θεωρείται σύνθετο επενδυτικό προϊόν, κατά το χρόνο δε έκδοσης του βαθμολογούνταν (rating) από τον οίκο αξιολόγησης Moody’s με Baal, ήτοι ήταν ομόλογο μέσης ποιότητας, όπου οι πληρωμές τόκων και κεφαλαίου θεωρούνται άμεσα καταβλητέες και ενέχουν πολύ σημαντικό πιστωτικό κίνδυνο. Άλλωστε ο σύνθετος χαρακτήρας του εν λόγω ομολόγου CYPRUS POPULAR BANK αποδείχθηκε και από έγγραφο του οικονομικού πρακτορείου Bloomberg που αναφέρει τα χαρακτηριστικά του επιδίκου ομολόγου και το οποίο (έγγραφο) προσκόμισαν αμφότεροι οι διάδικοι, όπου ρητώς αναγράφεται ο όρος structured δηλαδή δομημένο… . Σύμφωνα με το από 5-5-2006 Πληροφοριακό Σημείωμα με το οποίο η εκδότρια εταιρία συνόδευσε το επίδικο ομολογιακό δάνειο προβλέπεται ότι «εντός της Ελλάδας οι ομολογίες θα προσφέρονται μόνο σε έμπειρους επενδυτές και σε θεσμικούς επενδυτές, επιπλέον κανένας κάτοικος Ελλάδας δεν επιτρέπεται να αγοράζει ομολογίες εκτός εάν το τίμημα κτήσης τους υπερβαίνει τα 50.000,00 ευρώ». Να σημειωθεί ότι για τον ομολογιακό αυτό τίτλο δεν είχε εγκριθεί ενημερωτικό δελτίο από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ούτε είχε διαβιβαστεί σε αυτήν κοινοτικό διαβατήριο από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους (βλ. το αριθμ. πρωτ. ./6-9-2016 έγγραφο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς). Σκοπός της έκδοσης του συγκεκριμένου ομολογιακού δανείου, ήταν αποκλειστικά και μόνον η άντληση κεφαλαίων από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές και η διοχέτευση τους στην εκδότρια εταιρία για την ενίσχυση του δείκτη κεφαλαιακής της επάρκειας. Δεν αποδείχθηκε, αντίθετα, ότι το ζημιογόνο ομόλογο κατατάσσονταν κατά το χρόνο αγοράς του στην χαμηλή κατηγορία επιπέδου κινδύνου με όρια πιθανοτήτων ασυνέπειας από 0,13 έως 0,56% σύμφωνα με τον προσκομιζόμενο από την εναγόμενη πίνακα του «Οδηγού για επενδυτές» του Χρηματιστηρίου Αθηνών, αφού ο οδηγός αυτός αφορά αξιολόγηση με βάση τον πίνακα της ελληνικής εταιρείας αξιολόγησης ICAP εταιρικών ομολόγων εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών και όχι ομολόγων εκδόσεως αλλοδαπών εταιριών – τραπεζών εισηγμένων σε Χρηματιστήρια του εξωτερικού, όπως είναι το ζημιογόνο ομόλογο. Δεν αποδείχθηκε, επίσης, ότι η εταιρία αξιολόγησης ICAP είχε αξιολογήσει το ζημιογόνο ομόλογο, αντίθετα με τον οίκο Moody’s, ο οποίος το είχε κατατάξει στην κατηγορία Baal και ορθώς δέχθηκε τούτο η προσβαλλομένη απόφαση. Από όλα, λοιπόν, τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το ζημιογόνο ομόλογο CYPRUS POPULAR BANK ήταν ένα νέο χρηματοοικονομικό προϊόν, τίτλος της δευτερογενούς αγοράς, μειωμένης εξασφάλισης, υψηλού κινδύνου, που ενέπιπτε στην έννοια του σύνθετου τραπεζικού προϊόντος, όπως ανωτέρω αναλυτικώς αναφέρεται και ενείχε σημαντικό πιστωτικό κίνδυνο και δεν εντάσσονταν στην κατηγορία χαμηλού επιπέδου επενδυτικού κινδύνου, απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης. Ο ζημιογόνος τίτλος όμως, ως ανωτέρω αναφέρεται, αφενός δεν απευθύνονταν σε επενδυτές με το προφίλ του ενάγοντος, ενός δηλαδή αποταμιευτή με συντηρητικό προφίλ και παντελώς άπειρου στα χρηματοοικονομικά, αφετέρου δε δεν περιλαμβάνονταν στους στόχους του ενάγοντος, δεδομένου ότι το κεφάλαιο του αποτελούνταν από τις αποταμιεύσεις από την εργασία του ως αρτοποιού, οι οποίες προορίζονταν για την μελλοντική εξασφάλιση της οικογένειας του και των ανηλίκων τέκνων του, καθώς και για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών του, γεγονός που ήταν γνωστό στους υπαλλήλους της εναγομένης, ενώ, περαιτέρω ο ενάγων δεν είχε ενημερωθεί ότι το κεφάλαιο του θα κινδύνευε σε περίπτωση πτώχευσης της εκδότριας του ομολογιακού δανείου, αλλά αντιθέτως ότι τούτο παράμενε ασφαλές και εγγυημένο… Ωστόσο αποδείχθηκε, ότι τα ανωτέρω στοιχεία δεν γνωστοποιήθηκαν στον ενάγοντα πριν την αγορά του ομολόγου, ούτε καν αναγράφονται στο προαναφερόμενο «αποδεικτικό εντολής συναλλαγής», το οποίο άλλωστε υπογράφηκε μετά την αγορά του ζημιογόνου τίτλου και στο οποίο, στο άνω αριστερό τμήμα αυτού αναγράφονταν η επωνυμία «ALPHA PRIVATE BANKING» και κάτωθεν αυτής οι επωνυμίες «ALPHA ΒΑΝΚ» και «ALPHA Private Bank» το οποίο δεν ανέφερε ούτε την πιστοληπτική του διαβάθμιση, ούτε, κυρίως, την ιδιότητα του ως μειωμένης εξασφάλισης, αλλά απλώς ότι επρόκειτο για το ομόλογο «CYPRUS POPULAR ΒΑΝΚ», ούτε αποδείχθηκε ότι στον ενάγοντα χορηγήθηκε προσυμβατικώς από την εναγόμενη άλλο ενημερωτικό των κινδύνων και των εν γένει χαρακτηριστικών του ζημιογόνου προϊόντος έγγραφο. Δεδομένου ότι όπως ήδη επισημάνθηκε το ανωτέρω Πληροφοριακό Σημείωμα της εκδότριας εταιρίας κυκλοφόρησε στις 5-5-2006, κατά την ημερομηνία αγοράς του επίδικου ομολόγου από τον ενάγοντα (31.01.2007) ήταν ήδη γνωστά στην εναγόμενη, που ασχολείται με τις τραπεζικές υπηρεσίες τα ως άνω στοιχεία, σε αντίθεση με τον ενάγοντα που δεν γνώριζε ούτε όφειλε να τα γνωρίζει, αφού θα έπρεπε να του παρασχεθούν από την εναγόμενη οι στοιχειώδεις πληροφορίες σχετικά με τον κίνδυνο της συγκεκριμένης επένδυσης. Άλλωστε, ο λόγος που ο ενάγων εμπιστεύθηκε την εναγόμενη, ήταν το γεγονός ότι αυτή γνώριζε το χώρο των επενδύσεων και ανέμενε ότι θα τον ενημέρωνε και θα τον προστάτευε από τυχόν λανθασμένη επιλογή. Πληροφορίες για τη συγκεκριμένη επένδυση δεν θα μπορούσε να έχει ο ενάγων, αφού για το συγκεκριμένο ομόλογο δεν είχε εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερωτικό δελτίο, ούτε είχε διαβιβαστεί σε κοινοτικό διαβατήριο από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτ. ./6-9-2016 έγγραφο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Στους όρους δε αναδοχής του ομολόγου που αφορούσαν και την πρώτη εναγόμενη, ως κύρια ανάδοχο για την Ελλάδα, συμφωνήθηκε ότι δεν θα προσφερθεί ή πωληθεί δημοσίως και ότι δεν θα πωλήσει ή προσφέρει δημοσίως κανέναν τίτλο σε κατοίκους της Ελλάδας και δεν θα συμμετάσχει σε οποιαδήποτε διαφήμιση, ενημέρωση ή δήλωση στην Ελλάδα με σκοπό την προσέλκυση κοινού της Ελλάδας στην αγορά των συγκεκριμένων τίτλων. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι δεν επιτρέπεται καμία δημόσια προσφορά των τίτλων στην Ελλάδα χωρίς την έκδοση και δημοσίευση ενημερωτικού δελτίου, εγκεκριμένου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και σύμφωνου με όλες τις διατάξεις του Ν.3401/2005, το οποίο έπρεπε να είναι σύμφωνο με κάθε πράξη σχετική με τη δημόσια προσφορά των τίτλων και τη διάθεση τους στην Ελλάδα. Για τον ίδιο λόγο της δημόσιας προσφοράς άνευ εγκρίσεως και δημοσιεύσεως Ενημερωτικού Δελτίου του ομολόγου με την επωνυμία ALPHA FINANCE PLC, το οποίο επίσης είχε διατεθεί στον ενάγοντα πριν την πώληση του ζημιογόνου τίτλου, επιβλήθηκε πρόστιμο στην εναγόμενη από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με την υπ’ αριθμ. ./3-7-2018, όπως η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς βεβαίωσε τον ενάγοντα με την από ./27-11-2018 επιστολή της. Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων του οποίου η μέχρι τότε επενδυτική εμπειρία περιοριζόταν στην τοποθέτηση των χρημάτων του σε προθεσμιακούς και απλούς καταθετικούς λογαριασμούς, πράξεις που δεν περιέκλειαν κινδύνους για το κεφάλαιο του, εάν είχε λάβει από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης πλήρη και σαφή πληροφόρηση σχετικά με τα πλήρη χαρακτηριστικά του επίδικου ομολόγου, το οποίο γι’ αυτόν ήταν ένα άγνωστο επενδυτικό προϊόν, και ειδικότερα για το πώς θα συμπεριφέρονταν η επένδυση του αυτή σε σχέση με την διακύμανση των τιμών των αγορών και ποια θα ήταν η εξάρτηση του κεφαλαίου του από την εξέλιξη των οικονομικών ζητημάτων της εκδότριας και εγγυήτριας του ομολόγου εταιρίας, καθώς επίσης και εάν η εναγόμενη του είχε παραδώσει αντίγραφο του Ενημερωτικού Δελτίου του ζημιογόνου ομολόγου ως όφειλε δυνάμει του άρθρου 20 του ν. 2396/96, εφόσον η ένδικη συναλλαγή ήταν εξωχρηματιστηριακή, αφού δεν προσκομίστηκαν έγγραφα που ν’ αποδεικνύουν το αντίθετο, ούτε οι μάρτυρες ανταποδείξεως κατέθεσαν κάτι τέτοιο, στοιχεία με τα οποία αυτός ουδόλως ήταν εξοικειωμένος, καθόσον δεν είχε ασχοληθεί στο παρελθόν με τέτοιου είδους επενδύσεις, σε κάθε δε περίπτωση σαφή εικόνα μπορούν να έχουν μόνο οι γνωστές του αντικείμενου και μάλιστα εξειδικευμένοι οικονομολόγοι, δεν θα είχε προβεί στην επιλογή του αυτή, αφού όπως εκτέθηκε ανωτέρω, ο εναγών σε καμία περίπτωση δεν ενδιαφέρονταν για μία ριψοκίνδυνη και υψηλού ρίσκου επένδυση, από την οποία θα αποκόμιζε υψηλά κέρδη σε βραχύ χρονικό διάστημα. Ο ενάγων αντίθετα, ενδιαφέρονταν για μια προθεσμιακή κατάθεση ή τουλάχιστον ένα ασφαλές επενδυτικό προϊόν, που θα προσομοίαζε σ’ αυτά των προθεσμιακών καταθέσεων, το οποίο θα διασφάλιζε, πρωτίστως, την ύπαρξη και σταθερότητα του κεφαλαίου του και μακροπρόθεσμα θα του απέφερε κέρδη από τους τόκους. Τούτο καθίσταται σαφές από τις προηγούμενες επενδυτικές επιλογές και εμπειρία του, οι οποίες περιορίζονταν σε τοποθέτηση των αποταμιεύσεων του σε προθεσμιακούς ή απλούς καταθετικούς λογαριασμούς της εναγομένης. Ο ενάγων, εξάλλου, δεν διέθετε οποιασδήποτε μορφής ειδικότερη εκπαίδευση ή εμπειρία, η οποία θα του επέτρεπε να επιλέγει ο ίδιος τις μορφές επωφελούς τοποθέτησης των κεφαλαίων του, λόγω δε της έλλειψης εξειδικευμένων γνώσεων, δεν ήταν σε καμία περίπτωση σε θέση να κατανοήσει, να συνδυάσει και να αξιολογήσει το σύνολο των ειδικών και περίπλοκων πληροφοριών, που αφορούν τα πιο εξειδικευμένα επενδυτικά προϊόντα, ενώ τούτο τον καθιστούσε ανίκανο να ταξινομήσει τα προϊόντα αυτά ανάλογα με τον κίνδυνο που μπορούσε να περικλείει η επιλογή του. Προκειμένου, λοιπόν, να προβεί στην επιλογή τοποθέτησης στο επίδικο ομόλογο, ο ενάγων είχε ανάγκη την αποφασιστική συνδρομή των υπαλλήλων της διεύθυνσης ιδιωτικής τραπεζικής («PRIVATE ΒΑΝΚΙΝG») της εναγομένης, οι οποίοι φέρονταν ότι διέθεταν εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία επί των χρηματοπιστωτικών ζητημάτων, για τον λόγο αυτό, άλλωστε, αυτός παραπέμφθηκε στην εν λόγω διεύθυνση από το υποκατάστημα της εναγομένης στο Καρπενήσι, από το οποίο εξυπηρετούνταν μέχρι τότε… Ενόψει αυτών, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι, την 6η.8.2004 και 27η.8.2004, μεταξύ του ενάγοντος και της αντισυμβαλλομένης του, εναγομένης εταιρίας, στην πραγματικότητα καταρτίστηκαν σιωπηρά (δηλαδή χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου), συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών-συμβουλών, δεδομένου ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της διεύθυνσης ιδιωτικής τραπεζικής αυτής («PRIVATE BANKING»), οι οποίοι φέρονταν ότι διέθεταν εξειδικευμένες γνώσεις, ήταν αυτοί που διαμόρφωσαν το περιεχόμενο της επιλογής του ενάγοντος, δηλαδή των χρηματοοικονομικών προϊόντων που αποκτήθηκαν στα πλαίσια ισχύος τους, μεταξύ των οποίων και η αγορά του επίδικου ομολόγου. Υπό τους ανωτέρω όρους, το Δικαστήριο, το οποίο και μόνο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να κρίνει το είδος μιας σχέσης με βάση τα χαρακτηριστικά αυτής, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που θα προσδώσουν σε αυτή τα μέρη, πολύ δε περισσότερο στην περίπτωση που ο χαρακτηρισμός αυτής γίνεται από το κυρίαρχο μέρος της, όπως στην προκειμένη περίπτωση η εναγόμενη, λαμβανομένης υπόψη και της έλλειψης γνώσεων και εμπειρίας του ενάγοντος, κρίνει ότι η σχέση που συνέδεε τα συμβαλλόμενα μέρη δεν ήταν αυτή της εκτέλεσης απλώς από την εναγόμενη των εντολών του ενάγοντος για την απόκτηση επενδυτικών προϊόντων κατόπιν απόφασης, στην οποία είχε καταλήξει αποκλειστικά και μόνο ο ίδιος, μετά από απλή ενημέρωση εκ μέρους των υπαλλήλων των εταιριών για τα προϊόντα που ήταν διαθέσιμα, απορριπτόμενου του αντίστοιχου ισχυρισμού της εναγομένης, ότι η σχέση που την συνέδεε με τον ενάγοντα ήταν αυτή της απλής λήψης και διαβίβασης των εντολών του, χωρίς καμία συμβουλή και ανάμειξη της στη διαμόρφωση της συγκεκριμένης απόφασης του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έως το έτος 2011 αγνοούσε πλήρως το είδος και τους κινδύνους της επένδυσης του και ότι τότε για πρώτη φορά απευθύνθηκε στην εναγόμενη ζητώντας έγγραφη ενημέρωση, ενώ από τις επιστολές που προσκομίζει η εφεσίβλητη αποδεικνύεται ότι έκτοτε και έως την άσκηση της αγωγής του, ο ενάγων βρίσκονταν σε μια αναζήτηση της πραγματικής φύσης της επένδυσης του. Άλλωστε έως το έτος 2013 δεν είχε επέλθει καν η ζημία του ενάγοντος, οπότε εκείνος ευλόγως είχε πεισθεί από τις διαρκείς διαβεβαιώσεις των προστηθέντων της εναγομένης ότι το έτος 2016 θα αναλάμβανε πλήρως το επενδυθέν κεφάλαιο του. Κατά την λειτουργία των ως άνω συμβάσεων, ο ενάγων λάμβανε κάθε μήνα από την εναγόμενη τράπεζα (Private Bank) τη μηνιαία αποτίμηση του χαρτοφυλακίου του, το περιεχόμενο της οποίας, λόγω της περιπλοκότητάς της, σε, καμία περίπτωση δεν μπορούσε να γίνει κατανοητό από τον ενάγοντα, λαμβανομένων υπόψη της χαμηλής του μόρφωσης, της έλλειψης εμπειρίας του και της εργασίας του σε έναν κλάδο (αρτοποιία) που απείχε πολύ από τον χώρο των επενδυτικών προϊόντων και στην οποία τα επίδικα ομόλογα αναγράφονταν, με κεφαλαία γράμματα, ως «ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ» «ΣΤΑΘΕΡΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ», το οποίο αφενός μπορούσε να δημιουργήσει στον ενάγοντα την εύλογη πεποίθηση ότι το συγκεκριμένο ομόλογο δεν ήταν επενδυτικό προϊόν υψηλού ρίσκου και ότι είχε σταθερή απόδοση, αφετέρου δε η αναγραφή αυτή λειτούργησε ενισχυτικά της πλάνης του ενάγοντος, καθόσον αυτός το μόνο που γνώριζε, και το όποιο άλλωστε του είχε τονίσει εμφατικά ο προστηθείς της εναγομένης . , ήταν το δικαίωμα του ενάγοντος να λαμβάνει τόκους σε τακτά χρονικά διαστήματα, γεγονός που συνέβαινε ανά τρεις μήνες, επισημαίνεται μάλιστα, ότι τα ομόλογα που είχαν αγοραστεί εν αγνοία του απέδιδαν τόκους ανά τρίμηνο όπως συνέβαινε και με τις προθεσμιακές καταθέσεις. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ενδιαφερόταν να επενδύσει τις οικονομίες του σε ασφαλείς τοποθετήσεις, όπως οι προθεσμιακές καταθέσεις, κατά τον τρόπο που έπραττε μέχρι την έναρξη της συνεργασίας του με το τμήμα PRIVATE BANKING της εναγομένης, όπως η τελευταία συνομολογεί, αποσκοπώντας στην άμεση ρευστοποίηση τους και σε καμία περίπτωση σε μια ριψοκίνδυνη υψηλού ρίσκου και απόδοσης επένδυση, όπως είναι η τοποθέτηση στους επίδικους τίτλους, ενώ δεν διέθετε οικονομικές γνώσεις και εμπειρία ώστε να επιλέγει ο ίδιος τα προϊόντα, στα οποία θα τοποθετούσε το κεφάλαιο του, γι’ αυτό το λόγο κατήρτισε με την εναγόμενη την ως άνω σύμβαση παροχής υπηρεσιών. Το γεγονός ότι αυτός ήταν άπειρος σε τέτοιου είδους επενδύσεις επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο ίδιος δεν είχε στο παρελθόν ασχοληθεί ποτέ με την αγορά επενδυτικών προϊόντων, πολλώ δε μάλλον με την αγορά επισφαλών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά όπως το επίδικο. Η εναγόμενη μέσω των υπαλλήλων της δεν προσέφερε στον ενάγοντα, δεδομένης της άγνοιας και απειρίας του στα θέματα των επενδύσεων, ακριβή και σαφή πληροφόρηση σε σχέση με το προτεινόμενο επενδυτικό προϊόν, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να μην κατανοήσει τους πιθανούς κινδύνους του. Ειδικότερα οι υπάλληλοι της εναγομένης περιορίστηκαν στο να διαβεβαιώσουν τον ενάγοντα ότι το επίδικο ομόλογο αποτελούσε επένδυση που ανταποκρίνονταν στο συντηρητικό του προφίλ, ότι το κεφάλαιο ήταν απολύτως εγγυημένο, και ότι, στη χειρότερη περίπτωση, θα το έπαιρνε πίσω αυτούσιο κατά τη λήξη του, ενώ δεν τον ενημέρωσαν, ότι πρόκειται για σύνθετο προϊόν μειωμένης εξασφάλισης και για τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου του. Αντίθετα εάν σύμφωνα με την υποχρέωση που είχε η εναγόμενη από τη σύμβαση εντολής και τον ΚΔΕΠΕΥ, είχε χορηγηθεί στον ενάγοντα εγκεκριμένο από την αρμόδια προς τούτο Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και δημοσιευμένο προσηκόντως με βάση τις διατάξεις του Ν.3401/2005 Ενημερωτικό Δελτίο ή έστω εάν του είχε χορηγηθεί μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα το Πληροφοριακό Σημείωμα της εκδότριας εταιρίας και οι υπάλληλοι της του είχαν αναλύσει το περιεχόμενο του και του είχαν γνωστοποιήσει ότι το επίδικο ομόλογο απευθύνεται μόνο σε έμπειρους εξειδικευμένους και θεσμικούς επενδυτές, καθώς και ότι η εναγόμενη δεν αναλάμβανε οποιαδήποτε ευθύνη σε σχέση με το επενδυόμενο κεφάλαιο, ο ενάγων δεν θα είχε επιλέξει την αγορά του επίδικου ομολόγου. Η πληροφόρηση του ενάγοντος ήταν ανεπαρκής και παραπλανητική, καθώς παραλείφθηκαν πληροφορίες τόσο ουσιώδεις, που εάν ήταν γνωστές θα είχαν οδηγήσει τον ενάγοντα σε διαφορετική απόφαση. Η εναγόμενη καθοδήγησε τον ενάγοντα στην αγορά ομολόγου, εστιάζοντας στα σημεία που τον ενδιέφεραν, όπως καλύτερη απόδοση και εξασφάλιση του κεφαλαίου, παραλείποντας σημαντικές πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά της επένδυσης, όπως κίνδυνος απώλειας και μειωμένη εξασφάλιση, η γνώση των οποίων θα τον απέτρεπε από την συγκεκριμένη επένδυση, δεδομένου ότι θα κατανοούσε τον κίνδυνο να απωλέσει το κεφάλαιο που επένδυε εξαιτίας της επιλογής του. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων επέλεξε μόνος του, μεταξύ άλλων, το συγκεκριμένο ομόλογο, χωρίς συμβουλή και παρότρυνση των προστηθέντων υπαλλήλων της ουδόλως αποδείχθηκε, δεδομένου ότι ο ενάγων δεν διέθετε καμία προηγουμένη εμπειρία ή εξειδικευμένες γνώσεις σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το επίδικο χρηματοοικονομικό προϊόν είχε εκδοθεί στην αλλοδαπή και διαπραγματεύονταν σε Χρηματιστήριο του εξωτερικού, ενώ στην Ελλάδα δεν είχε εγκριθεί και δημοσιευτεί ενημερωτικό δελτίο του. Επομένως, η εναγόμενη, δια του ανωτέρω προστηθέντος υπαλλήλου της, του τμήματος PRIVATE BANKING, . , δεν εκπλήρωσε την απορρέουσα από την καταρτισθείσα με τον ενάγοντα σιωπηρώς καταρτισθείσα σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών υποχρέωση της, να προβεί σε ακριβή, πλήρη και κατάλληλη ενημέρωση αυτού για τη φύση και λειτουργία του υποδειχθέντος επιδίκου επενδυτικού προϊόντος, για την εγγυήτρια και εκδότρια αυτού Τράπεζα CYPRUS POPULAR BANK, καθώς και για τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου του. Η υποχρέωση της δε αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη, η σχετική σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών περιέχει απαλλακτικές της ευθύνης της ρήτρες, καθόσον αυτές (απαλλακτικές ρήτρες) στερούνται εγκυρότητας, ως αντικείμενες στην από τα άρθρα 332, 729 ΑΚ και 6 παρ. 12 ν. 2251/1994 προβλεπόμενη ακυρότητα «κάθε εκ των προτέρων συμφωνίας περιορισμού του παρέχοντος υπηρεσίες από την ευθύνη»…, προϋποθέτουν δε την πλήρη και ειλικρινή ενημέρωση του επενδυτή. Ωστόσο, οι ως προδιατυπωμένοι όροι, ανεξαρτήτως του ότι δεν αποδεικνύεται ότι επισημάνθηκαν ειδικώς στον αντισυμβαλλόμενο ούτε αποτέλεσαν περιεχόμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης και επιπλέον του ότι οι υπό 8.2 και 16.6 όροι κατ’ ουσίαν αποκλείουν οποιαδήποτε ευθύνη της εναγομένης διαταράσσοντας σημαντικά την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων σε βάρος των επενδυτών, αναπτύσσουν τις οποιεσδήποτε έννομες συνέπειες τους μόνο στο πλαίσιο της ευθύνης της εναγομένης με βάση τη συγκεκριμένη σύμβαση. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση ερευνάται η συμπεριφορά της εναγομένης υπό το πρίσμα των διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ. Τυχόν δε άνευ ετέρου εφαρμογή των συγκεκριμένων όρων και στο πλαίσιο της αδικοπρακτικής ευθύνης θα έθετε εκποδών τις υποχρεώσεις της εναγομένης που προβλέπονται από ειδικές διατάξεις σχετικές με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών… Με την ανωτέρω συμπεριφορά τους (αθέτηση του καθήκοντος διαφώτισης του ενάγοντα, καθώς και παροχής σ’ αυτόν σαφούς, ορθής, πλήρους και κατάλληλης συμβουλευτικής καθοδήγησης σχετικά με την επένδυση και ασφάλεια του κεφαλαίου του), η εναγόμενη παρέβη τις συναλλακτικές υποχρεώσεις της, όπως το περιεχόμενο αυτών προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, ταυτοχρόνως δε παρέβη υπαίτια, εν γνώσει της, τις διατάξεις του Κανονισμού δεοντολογίας ΕΠΕΥ, και ειδικά, την αναγραφόμενη στην υπό στοιχείο III νομική σκέψη της παρούσας υποχρέωση τους να ενημερώνουν με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινόμενων για επένδυση τίτλων καθώς και τις διατάξεις του Ν. 2251/1994, ενόψει της ιδιότητας του ενάγοντα, ως καταναλωτή. Η δε ως άνω παραλειπτική πρακτική των προστηθέντων της εναγόμενης, εξάγεται, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, πως άπτεται του δόλου τους, και δη άμεσου, εγκείμενου σε σχετική κατευθυντήρια οδηγία της εργοδότριας τους, εκ του γεγονότος ότι η ίδια είχε την ιδιότητα της αναδόχου της έκδοσης της επίμαχης σειράς ομολόγων …, και συνεπώς, εξαρτούσε άμεσο οικονομικό συμφέρον προς ευρεία προώθηση στους επενδυτές – πελάτες της του συνόλου του αναδεχθέντος από την ίδια οικείου χαρτοφυλακίου, τα εγγενή χαρακτηριστικά ενσωμάτωσης σημαντικού πιστωτικού κινδύνου του οποίου καλώς γνώριζε ως εκ της θέσης της. Η ασαφής, ελλιπής και παραπλανητική πληροφόρηση του ενάγοντος, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το επίδικο ομόλογο, ως επενδυτικό προϊόν, δεν ήταν συμβατό με το επενδυτικό προφίλ του, είχε ως αποτέλεσμα να τον οδηγήσει στην επίμαχη οικεία επένδυση, στην οποία δεν θα κατέληγε, αν γνώριζε όλα τα ανωτέρω κρίσιμα χαρακτηριστικά του ομολόγου. Σημειώνεται ότι ο ενάγων υπάγεται στην έννοια του καταναλωτή και εφαρμόζεται εν προκειμένω ο ν. 2251/1994, αφού δεν υπερβαίνει το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, δεδομένου ότι ούτε το ποσό, το οποίο επένδυσε, ήταν τόσο υψηλό, ενώ όπως αποδείχθηκε δεν είχε προηγούμενη ενασχόληση με επενδυτικά προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, ούτε διέθετε υπερβαίνουσα τον μέσο όρο των καταναλωτών με τα δικά του χαρακτηριστικά γνώση και εμπειρία από συναλλαγές τέτοιου είδους. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων είχε προηγούμενη επενδυτική εμπειρία, καθώς είχε επενδύσει και σε άλλα ομόλογα, τυγχάνει απορριπτέος, ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι η σύγχρονη και η μεταγενέστερη αλλά εγγύτατη του επιδίκου χρονικού διαστήματος αγορά ομολογιών δεν συνιστά προηγούμενη μακροχρόνια ενασχόληση του…. Μάλιστα μέχρι την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης διαβίβασης εντολών ο ενάγων ουδέποτε είχε ασχοληθεί με αγορά ομολογιών, διατηρούσε δε, όπως προαναφέρεται, τα χρήματα του αποκλειστικά σε τραπεζικούς καταθετικούς λογαριασμούς στο υποκατάστημα της εναγομένης στο Καρπενήσι, όπως άλλωστε η ίδια συνομολογεί. Σε αντίθετη κρίση, ήτοι περί πεπειραμένου επενδυτή, δεν μπορεί να οδηγήσει η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντος, κάποιων μετοχών εταιριών εισηγμένων στο Ελληνικό Χρηματιστήριο (ΔΕΗ Α.Ε., «ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ», Εμπορικής Τράπεζας, EUROBANK PROPERTIES), οι οποίες άλλωστε αποτελούσαν πολύ μικρό ποσοστό της αξίας του χαρτοφυλακίου του, καθώς από αυτές δεν αναιρείται, το γεγονός ότι ο ενάγων απέβλεπε προεχόντως στην διατήρηση του κεφαλαίου του και στην άμεση ρευστοποίηση των επενδύσεων του, υπαγόμενος εν προκειμένω στις διατάξεις περί προστασίας καταναλωτή. Ομοίως απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι παρείχε στον ενάγοντα την προσήκουσα πληροφόρηση με την αποστολή σ’ αυτόν των οικείων παραστατικών αποτίμησης του χαρτοφυλακίου του και κίνησης του λογαριασμού μετά των τριμήνων εκτοκισμών, καθώς η εν λόγω ενημέρωση αφορά αποκλειστικά την πορεία του ομολόγου και σε καμία περίπτωση την αναγκαία ενημέρωση του για τους ενδεχόμενους κινδύνους από την αγορά του επίδικου ομολόγου και το σπουδαιότερο, για το εάν το επενδυθέν κεφάλαιο του αυτό ήταν εξασφαλισμένο κατά τη λήξη του, πράγμα που ενδιαφέρει τον κάθε επενδυτή, που αποβλέπει, με τη συγκεκριμένη επενδυτική επιλογή, στην εξασφάλιση του κεφαλαίου του και στην είσπραξη τόκων στο μέχρι τότε χρονικό διάστημα… Επομένως, η ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγόμενων, αποτελεί συγχρόνως και αδικοπρακτική ευθύνη αυτών, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα των κανόνων των άρθρων 281 και 288, των διατάξεων του ν.2251/1994 αλλά και του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ. Ο δε ισχυρισμός της εναγομένης ότι η απώλεια του ως άνω επενδυθέντος κεφαλαίου του ενάγοντος οφείλεται αποκλειστικά στην απρόβλεπτη και αναπάντεχη οξεία οικονομική κρίση, που ενέσκηψε μετά το 2008 στις παγκόσμιες συναλλαγές με την κατάρρευση της αμερικανικής επενδυτικής τράπεζας «LΕΗΜΑΝ BROTHERS», κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, για τον λόγο ότι η συγκεκριμένη χρηματική απώλεια, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, συνδέεται αιτιωδώς, κατά την έννοια της προσφορότητας ως προς την επέλευση κατά την απόλυτα συνήθη πορεία των πραγμάτων (causa adequata) και της ένταξης του οικείου περιουσιακού αγαθού στο σκοπό προστασίας των συναφώς παραβιασθέντων κανόνων της σχετικής περί της Ε.Π.Ε.Υ. νομοθεσίας, με την από μέρους της παραβίαση της αρχής της καταλληλότητας, δια της πρότασης στον ενάγοντα προς αγορά του επίδικου ομολόγου και της πραγμάτωσης του ενσωματωθέντος σε αυτό και μη ανταποκρινόμενου στο συντηρητικό επενδυτικό προφίλ του, πιστωτικού κινδύνου, χωρίς να έχει προηγηθεί η παροχή προς τον τελευταίο της ενημέρωσης που ήταν αναγκαία, ώστε να κατανοήσει την μορφή και το περιεχόμενο και να αποφασίσει ο ίδιος εάν θα επιλέξει την προτεινόμενη προς αυτόν τοποθέτηση του κεφαλαίου του, αναλαμβάνοντας μέσω της επιλογής του, όσους κινδύνους συνδέονται με την τελευταία, αλλά και την παράλειψη, κατά τη διάρκεια ζωής της οικείας επένδυσης, να ενημερώσει για την άμεση πιθανότητα επέλευσης του συγκεκριμένου κινδύνου και να προτείνει εναλλακτικά προϊόντα διάθεσης των επενδυθέντων κεφαλαίων προς αντιστάθμιση του. Συνεπώς, απορριπτέος τυγχάνει και ο ισχυρισμός της εναγομένης περί ελλείψεως αιτιώδους συνάφειας, δεδομένου ότι η ζημία στον ενάγοντα δεν προκλήθηκε από την πλημμελή και παραπλανητική ενημέρωση του από τους προστηθέντες υπαλλήλους τους, αλλά από γεγονότα που δεν μπορούσαν κατά το χρόνο αγοράς του επίδικου ομολόγου να προβλέψουν, ήτοι της κατάρρευσης της τράπεζας LEHMAN BROTHERS, των συνεπειών που αυτή προκάλεσε στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στην κρίση της οικονομίας της Ελληνικής Δημοκρατίας, καθώς και της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην λήψη βίαιων μέτρων για την αντιμετώπιση της, όπως ήταν και η απόφαση περί θέσεως σε εκκαθάριση της εκδότριας του επίδικου ομολόγου Τράπεζας. Τούτο δε διότι, αυτόν ακριβώς τον κίνδυνο έπρεπε να γνωστοποιήσουν στον ενάγοντα ήτοι ότι η εκδότρια και εγγυήτρια τράπεζα CYPRUS POPULAR BANK δεν έχει τις απαραίτητες εγγυήσεις για την εξόφληση των ομολογιών, και ότι υπήρχε, σε περιβάλλον οικονομικής αστάθειας, κίνδυνος απώλειας ακόμη και του κεφαλαίου του… Άλλωστε, η ζημία του ενάγοντος επήλθε από την κακή πορεία της εκδότριας του ζημιογόνου ομολόγου Λαϊκής τράπεζας Κύπρου και όχι από την απόφαση της Κεντρικής τράπεζας Κύπρου να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της εκδότριας του ζημιογόνου ομολόγου τράπεζας, η οποία (ανάκληση) δεν ήταν αντικειμενικά μη προβλέψιμη αλλά σταδιακή, ούτε ο Ν.17(Ι)/2013 της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν απρόβλεπτος εξωτερικός παράγων που προκάλεσε την πτώχευση της Λαϊκής τράπεζας Κύπρου, αφού ο εν λόγω νόμος εκδόθηκε επειδή ακριβώς η εκδότρια είχε ήδη καταρρεύσει και προκειμένου να περιοριστούν οι συνέπειες στην κυπριακή οικονομία από το γεγονός αυτό. Κατόπιν των ανωτέρω η περιουσιακή ζημία που υπέστη ο ενάγων συνίσταται στο ποσό των 112.152,92 ευρώ που είναι το ποσό που ο ενάγων δαπάνησε για την αγορά του επίδικου τίτλου. Επιπλέον, η εναγόμενη, που φέρει και το σχετικό βάρος αποδείξεως, δεν απέδειξε ότι ο ενάγων θα αγόραζε το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό προϊόν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, έστω δηλαδή και αν είχαν δοθεί σε αυτόν όλες οι επιβαλλόμενες συμβουλές και πληροφορίες, και ειδικότερα αν είχε ενημερωθεί με ακρίβεια και σαφήνεια για το γεγονός ότι το ομόλογο της CYPRUS POPULAR BANK, ήταν σύνθετο – δομημένο και είχε τα αναλυτικά αναφερόμενα ανωτέρω χαρακτηριστικά που το καθιστούσαν μια ιδιαίτερα επισφαλή επένδυση και ότι αυτό ήταν μειωμένης εξασφάλισης, σύμφωνα με την αξιολόγηση του από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, που κατά το χρόνο αγοράς του ήταν Baal, ήτοι ανήκε στην μεσαία διαβάθμιση και όχι στην πρώτη κατηγορία στην οποία κατατάσσονται τα αξιόπιστα από πλευράς επενδυτικής ποιότητας ομόλογα, τα οποία ταίριαζαν στο προφίλ του ενάγοντος …». Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, δέχθηκε εν μέρει και ως ουσία βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και επιδίκασε σ’ αυτόν με την προσβαλλόμενη απόφαση του το συνολικό ποσό των 1 15.152,92 ευρώ και δη α) ως αποζημίωση για την ζημία που υπέστη από την εις βάρος του αδικοπραξία το ποσό των 1 12.152,92 ευρώ και β) ως χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπραξία αυτή των προστηθέντων της εναγομένης το ποσό των 3.000 ευρώ.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ’ αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996, αλλά και εκείνες των άρθρων 914, 281, 288 ΑΚ, και του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, αφού, με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, κατά παράβαση των διατάξεων αυτών, οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσείουσας παρέβησαν το καθήκον διαφώτισης του αναιρεσίβλητου, που είχε την ιδιότητα του καταναλωτή, και δεν προσέφεραν σ’ αυτόν σαφή, ορθή, πλήρη και κατάλληλη συμβουλευτική καθοδήγηση σχετικά με το προταθέν επενδυτικό προϊόν, με αποτέλεσμα αυτός να μην είναι σε θέση να κατανοήσει ούτε τη φύση του ούτε τους πιθανούς κινδύνους του, αλλά, αντιθέτως, του παρέσχαν ανεπαρκή και παραπλανητική πληροφόρηση σχετικά με τα χαρακτηριστικά του προϊόντος και τον επενδυτικό κίνδυνο που αναλάμβανε και ειδικότερα, ότι κατά την παροχή σ’ αυτόν της επενδυτικής συμβουλής για την αγορά του επίδικου ομολόγου, παρέστησαν στον αναιρεσίβλητο ότι πρόκειται για απλό τραπεζικό ομόλογο, χωρίς κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου του, παραλείποντας να τον ενημερώσουν για τα χαρακτηριστικά του ομολόγου και συγκεκριμένα δεν τον ενημέρωσαν ότι αυτό ήταν σύνθετο επενδυτικό προϊόν, μειωμένης εξασφάλισης, με διαβάθμιση Baal, που ενείχε πολύ σημαντικό πιστωτικό κίνδυνο, αγνοώντας δε τα παραπάνω προέβη ο αναιρεσείων στην άνω επένδυση, ενώ αν είχε ενημερωθεί και γνώριζε τούτο, ότι δηλαδή το ομόλογο ήταν μειωμένης εξασφάλισης και ότι υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου του, δεν θα είχε αποδεχθεί τη συγκεκριμένη επένδυση. Η παράβαση των εκ του ανωτέρω κώδικα και του ν. 2251/1994 υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας στοιχειοθετεί την αμελή συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της, η οποία συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, παρανομία και η οποία (αμελής συμπεριφορά) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν πράγματι πρόσφορη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και (κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της) προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, Ο προσδιορίζεται δε με σαφήνεια και το ύψος της θετικής ζημίας του αναιρεσιβλήτου. Το Εφετείο ουδόλως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 361 και 714 ΑΚ, ούτε άλλωστε, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, ήταν εφαρμοστέες. Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε στην απόφαση του, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της πρόκλησης ζημίας στον αναιρεσίβλητο, της ιδιότητας του ως καταναλωτή, του προσδιορισμού του ύψους της ως άνω ζημίας του και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας και της προκληθείσας από αυτή ζημίας του αναιρεσιβλήτου, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται όλα τα αναγκαία περιστατικά, που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές, ως άνω, αποδεικτικό της πόρισμα και δη: α) οι συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η συγκεκριμένη υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, κατά παράβαση των προβλεπόμενων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και του ν. 2251/1994, η οποία συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, παρανομία και, συγκεκριμένα, ότι η συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, στην οποία ο αναιρεσίβλητος προέβη ενεργώντας ως μέσος καταναλωτής, είχε το χαρακτήρα παροχής συμβουλών προς τον αναιρεσίβλητο επενδυτή και ότι οι πληροφορίες, που οι προστηθέντες της αναιρεσείουσας παρείχαν σ’ αυτόν, δεν ήταν επαρκείς, αφού το επίδικο ομόλογο δεν ήταν απλό αλλά σύνθετο προϊόν με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και υψηλό κίνδυνο, β) ότι η αναιρεσείουσα, ειδικότερα, δεν εκπλήρωσε την απορρέουσα από την ένδικη σύμβαση, αλλά και από τις άνω διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 περί καταναλωτή, υποχρέωση της να προβεί σε σαφή, ακριβή, πλήρη και κατάλληλη ενημέρωση του αναιρεσιβλήτου για τη φύση και λειτουργία του υποδειχθέντος επενδυτικού προϊόντος, καθώς και για τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου του, το οποίο γνώριζαν ότι αυτός ήθελε να εξασφαλίσει, δεδομένης και της έλλειψης σχετικής εξειδικευμένης εμπειρίας και γνώσης αυτού σχετικά με τις επενδύσεις, αλλά, αντιθέτως, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, υπέδειξε στον άπειρο στις σχετικές συναλλαγές αναιρεσίβλητο, ως ασφαλή και επωφελή την ένδικη επένδυση και τον έπεισαν να την επιλέξει, γ) ότι η ζημία του αναιρεσιβλήτου συνίσταται στην αδυναμία του να εισπράξει, για τους διαλαμβανόμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγους που αφορούν τη φύση του επίδικου επενδυτικού προϊόντος, το επενδεδυμένο κεφάλαιο του, στο σύνολο του και, ειδικότερα, στην αδυναμία του να το εισπράξει κατά τον ορισθέντα χρόνο επιστροφής του και δ) ότι η εν λόγω αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο, κατά τις ανέλεγκτες περί τα πράγματα ως άνω παραδοχές του Εφετείου, και επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ δεν θα επερχόταν, αν οι προστηθέντες αυτοί υπάλληλοι δεν είχαν ενεργήσει κατά τον προαναφερόμενο παράνομο τρόπο. Περαιτέρω, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ο αιτιώδης αυτός σύνδεσμος διακόπηκε λόγω του ότι μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας του αναιρεσιβλήτου παρεμβλήθηκαν απρόβλεπτες περιστάσεις και συγκεκριμένα η οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα και το τραπεζικό σύστημα, καθώς και η ανάκληση της άδειας της εκδότριας εταιρίας και η θέση αυτής υπό ειδική εκκαθάριση. Ειδικότερα, με βάση όσα δέχθηκε το Εφετείο για το ζημιογόνο γεγονός, τη ζημία του αναιρεσιβλήτου και τη μεταξύ αυτών σύνδεση, το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας δεν επηρεάσθηκε ως προς την επέλευσή του από τα ως άνω συμβάντα, τα οποία αποτελούν γεγονότα αδιάφορα για το κρίσιμο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας, ως μεταγενέστερα του χρόνου επέλευσης της ζημίας. Στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς την πλημμελή πληροφόρηση και συμβολή, δηλαδή υπό συνθήκες σωστής πληροφόρησης για τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης επένδυσης, ο επενδυτής ενάγων δεν θα είχε επιλέξει να προχωρήσει σ’ αυτή και θα είχε διατηρήσει στην περιουσία του το ποσό που επενδύθηκε. Η αγορά του ένδικου ομολόγου αποφασίσθηκε ως αποτέλεσμα της παράβασης, η οποία εμφιλοχώρησε κατά το στάδιο πριν από την αγορά του, ως συνέπεια της πλημμελούς πληροφόρησης και συμβουλής. Συνεπώς, η ίδια η αγορά του ομολόγου, άρα και η ίδια η τοποθέτηση του άνω χρηματικού ποσού, η οποία δεν απετράπη, είναι το επιζήμιο αποτέλεσμα του προηγηθέντος σφάλματος της αναιρεσείουσας. Επομένως, κατ’ εφαρμογή της θεωρίας της διαφοράς (σύγκριση υποθετικής με υπάρχουσα περιουσιακή κατάσταση), η αποκαταστατέα ζημία, που συνδέεται αιτιωδώς με τις γενόμενες δεκτές ως παράνομες πράξεις της αναιρεσείουσας, ταυτοποιείται στο ύψος του χρηματικού ποσού που ο αναιρεσίβλητος τοποθέτησε στη συγκεκριμένη επένδυση (θετική ζημία) και αποκαθίσταται μέσω της απόδοσης του. Έτσι, η πλήρωση του αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στο νόμιμο λόγο ευθύνης και στη ζημία είναι από τα πράγματα πρόδηλη, αφού χωρίς τη συγκεκριμένη πράξη δεν θα είχε επενδυθεί το εν λόγω ποσό και θα είχε αποφευχθεί η ζημία. Εφόσον λοιπόν η ζημία του αναιρεσιβλήτου, κατά τις ανωτέρω αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επήλθε ήδη κατά τον χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης, το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας δεν επηρεάσθηκε ως προς την επέλευση της από την οικονομική κρίση που, μεταγενέστερα, έπληξε τη χώρα και το τραπεζικό σύστημα, ούτε από την ανάκληση της άδειας της εκδότριας εταιρείας και τη θέση αυτής υπό ειδική εκκαθάριση το έτος 2011. Σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω απορριφθείς ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, δεδομένου ότι το αν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος ή εάν επήλθε ή όχι διακοπή αυτού είναι ζητήματα πραγματικά, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Και τούτο γιατί είναι όντως πραγματικό ζήτημα το αν ένα γεγονός υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση αιτία, με την έννοια του αναγκαίου όρου, ενός αποτελέσματος ή αντίστροφα, καθώς και το εάν μεταξύ του γεγονότος και του αποτελέσματος μεσολάβησε ένα άλλο γεγονός, το οποίο διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο με το πρώτο και επέφερε αποκλειστικά το αποτέλεσμα (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1406/2021). Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έβδομος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αφενός μεν προβάλλει αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, αφετέρου δε προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης, που είναι διάσπαρτες στους άνω λόγους της αίτησης αναίρεσης, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (ΑΠ 977/2017, ΑΠ 680/2016), καθόσον αναφέρονται στην από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την παροχή επενδυτικών συμβουλών εκ μέρους της αναιρεσείουσας, την πλημμελή εκπλήρωση της υποχρέωσης διαφώτισης του αναιρεσίβλητου κατά το χρόνο της παροχής συμβουλών για την αγορά του επίδικου ομολόγου, την ιδιότητα του επίδικου ομολόγου ως σύνθετου και όχι απλού, την άγνοια του αναιρεσίβλητου ως προς το είδος της επένδυσης και την εμπειρία του και την μη ενημέρωση του ως προς τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου του, περαιτέρω δε, στην ανάλυση και στάθμιση τους και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες. Τέλος, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα, με το οικείο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς το ζήτημα της καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων σιωπηρός σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών-συμβουλών, δεν αφορά στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως “πράγματα”, κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Επομένως, δεν αποτελούν “πράγματα” η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τα οικεία σκέλη των δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου λόγων της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του και άφησε αναπάντητους προβληθέντες ουσιώδεις ισχυρισμούς της και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του: α) τον ισχυρισμό της για την ύπαρξη και προηγούμενης της επίδικης σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών αλλά και της προηγούμενης αγοράς ομολόγων από τον ενάγοντα, β) τον ισχυρισμό της ότι οι ουσιώδεις όροι της επίδικης σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών αφορούσαν μόνο το ζήτημα της λήψης και διαβίβασης εντολών του ενάγοντος και όχι την παροχή επενδυτικών συμβουλών, γ) τον ισχυρισμό της ότι έλαβε χώρα έγγραφη ενημέρωση του ενάγοντος περί των κινδύνων της επίμαχης επένδυσης με την επίδικη σύμβαση και δ) τον ισχυρισμό της περί απαλλαγής της με βάση τους επικληθέντες όρους της μεταξύ τους καταρτισθείσης σύμβασης. Ωστόσο, όλες οι ως άνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτες, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί, έναντι της αγωγικής βάσεως που θεμελιώνεται στην αδικοπραξία, συνιστούν (αιτιολογημένη) άρνηση και επομένως δεν είναι πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Σε κάθε δε περίπτωση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε εκ των πραγμάτων, αφού δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σιωπηρά σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών και την ύπαρξη, βάσει αυτής, υποχρέωσης της αναιρεσείουσας να προβεί σε σαφή, ακριβή, πλήρη και κατάλληλη ενημέρωση του αναιρεσιβλήτου για τη φύση και λειτουργία του υποδειχθέντος επενδυτικού προϊόντος και για τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου του, υποχρέωση που δεν τήρησε αυτή. Περαιτέρω, με τα οικεία σκέλη των τρίτου, τέταρτου και πέμπτου λόγων της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που δεν προβλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο και δη της κατάρτισης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης επενδυτικών συμβουλών, ενώ στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής δεν διαλαμβάνεται ιστορικό σιωπηρώς συναφθείσας σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών. Οι αιτιάσεις αυτές, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι με αυτήν ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος επικαλέσθηκε για τη θεμελίωση της αγωγής του τη σύναψη σιωπηρός σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών πριν την αγορά του επίδικου ομολόγου. Σε κάθε περίπτωση, όπως συνάγεται, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 216 παρ. 1, 224, 335, 337, 338 και 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που επικαλούνται και αποδεικνύουν οι διάδικοι, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος ή υποχρέωσης), στην προκειμένη δε περίπτωση, το Εφετείο ρητά δέχθηκε, στα πλαίσια της άνω δυνατότητας του να προσδώσει τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό στα γεγονότα που επικαλούνται και αποδεικνύουν οι διάδικοι, ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκαν σιωπηρά (δηλαδή χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου), συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών-συμβουλών, κρίνοντας εν τέλει ότι η σχέση που συνέδεε τα συμβαλλόμενα μέρη δεν ήταν αυτή της εκτέλεσης απλώς από την αναιρεσείουσα των εντολών του αναιρεσίβλητου για την απόκτηση επενδυτικών προϊόντων και απορρίπτοντας τον σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η σχέση που την συνέδεε με τον αναιρεσίβλητο ήταν αυτή της απλής λήψης και διαβίβασης των εντολών του, χωρίς καμία συμβουλή και ανάμειξη της στη διαμόρφωση της συγκεκριμένης απόφασης του.

Κατά το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. α΄ ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκταση της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκταση της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του. Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι’ αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος νια την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ολΑΠ 15/2006, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 437/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε τα ακόλουθα σε σχέση με την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου στην επέλευση της ζημίας του, λόγω της επικαλούμενης μη εκ μέρους του ρευστοποίησης του ένδικου ομολόγου: «… Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι το έτος 2012 η εναγόμενη ενημέρωσε τον ενάγοντα για την πρόταση που απηύθυνε η «CYPRUS POLULAR BANK» προς τους κατόχους που επίδικου ομολόγου, οι οποίοι συμμετέχοντας ουσιαστικά στο «κούρεμα» τούτου, μπορούσαν να λάβουν το 55% της αξίας του. Ο ενάγων δεν προέβη στην αποδοχή της πρότασης αυτής, διότι ναι μεν του διαβιβάστηκε η πρόταση αυτή από την εναγόμενη, πλην όμως αυτή ουδόλως διαφοροποίησε τις έως τότε διαρκείς και ρητές συστάσεις και διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων της ότι ο ενάγων θα ελάμβανε το σύνολο του κεφαλαίου του κατά τη λήξη του ομολόγου το έτος 2016 (υπ’ αριθμ. ./7-7-2011 επιστολή της εναγόμενης που προσκομίζει η ίδια), χωρίς ωστόσο εκείνοι να του υποδείξουν κάτι άλλο, απορριπτόμενης ως ουσία αβάσιμης της ενστάσεως της εναγομένης περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος. Εξάλλου, η προτεινόμενη επιλογή ρευστοποίησης του ομολόγου στις παραπάνω αξίες θ’ αποτελούσε επιλογή ουσιαστικά οικονομικής ζημίας και όχι επιλογή περιστολής της ζημίας, διότι η εκ του ομολόγου αξίωση εξαντλούνταν με βάση την ανωτέρω προσφορά της εκδότριας τράπεζας, σε εξαιρετικά μικρό μέρος της ονομαστικής αξίας των ομολόγων, ενώ ο ενάγων, λαμβάνοντας αυτό το ποσό, δεν θα διατηρούσε καμία άλλη αξίωση αποζημίωσης εκ των ομολόγων… ». Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου κατά ποσοστό 99% στην επέλευση της ζημίας του και τον απέρριψε ρητά ως ουσία αβάσιμο με την άνω αιτιολογία. Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη πράγματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στη δίκη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του έλαβε υπόψη του τον άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε. Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμο τον άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου στην επέλευση της ζημίας του, δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, αφού, με βάση τις άνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης, σύμφωνα με τις οποίες ναι μεν διαβιβάστηκε στον αναιρεσίβλητο η άνω πρόταση ρευστοποίησης του επίδικου ομολόγου από την αναιρεσείουσα, πλην όμως αυτή ουδόλως διαφοροποίησε τις έως τότε διαρκείς και ρητές συστάσεις και διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων της ότι ο αναιρεσίβλητος θα ελάμβανε το σύνολο του κεφαλαίου του κατά τη λήξη του ομολόγου το έτος 2016, δεν ήταν εφαρμοστέα η εν λόγω διάταξη. Επομένως, είναι αβάσιμος ο αυτός ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ και παράλληλα των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός. Όταν δε από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΚ 298), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται, (εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση), για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη. Ειδικότερα, όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει το ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στο ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στη ζημία, είναι δε επίσης δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 244/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης της η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή με εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 298, 914 και 930 παρ. 3 ΑΚ απέρριψε την ένσταση της περί συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας ώστε να αφαιρεθεί από την τυχόν επιδικασθείσα στον αναιρεσίβλητο θετική ζημία η ωφέλεια που αποκόμισε από τα τοκομερίδια που εισέπραξε για το χρονικό διάστημα που κατείχε το επίδικο ομόλογο, συνολικού ποσού 20.864,54 ευρώ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι: α) τα ποσά που εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος από το τοκομερίδιο του επιδίκου ομολόγου είναι κέρδος που πρέπει να αφαιρεθεί από τη ζημία του, αφού αυτό προέκυψε από το ζημιογόνο γεγονός, ήτοι την πλημμελή ενημέρωση του από τους προστηθέντες υπαλλήλους της, σε προγενέστερο στάδιο από τη ζημία του και συγκεκριμένα κατά την τοποθέτηση των κεφαλαίων του στο επίδικο ομόλογο, και β) δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της αρχής της γενικής ρήτρας της καλής πίστης, αφού το κέρδος προήλθε ανεξάρτητα από τη δράση της και χωρίς κάποια έκτακτη προσπάθεια του ζημιωθέντος. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της, απέρριψε την ως άνω ένσταση με την εξής αιτιολογία: «Επιπλέον, η εφεσίβλητη επαναφέρει σύννομα, με τις προτάσεις της, στο παρόν Δικαστήριο την πρωτόδικα υποβληθείσα ένσταση της περί συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας (ΑΚ 298 εδ. α’) με την οποία ζητά ν’ αφαιρεθεί από το ποσό που θα επιδικαστεί στον ενάγοντα, το ποσό το οποίο αυτός εισέπραξε από την απόδοση του επίδικου ομολόγου ως τοκομερίδια. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι τα τοκομερίδια που έλαβε ο ενάγων αποτελεί μεν κέρδος του από την κατοχή των τίτλων, πλην όμως το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από το ζημιογόνο γεγονός της απώλειας του κεφαλαίου του, λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης, αλλά από την παραχώρηση του κεφαλαίου στην εκδότρια του ομολόγου εταιρεία, η οποία το εκμεταλλεύτηκε με τον προσφορότερο γι’ αυτή τρόπο, αποδίδοντας στον ενάγοντα τους συμφωνηθέντες τόκους …. Έτσι ο ενάγων δικαιούται να κρατήσει το σύνολο των εισπραχθέντων τόκων. Άλλωστε η απόδοση αυτών με τη μορφή συνυπολογισμού τους στη ζημία του ενάγοντος, αντίκειται στις αρχές της καλής πίστης, αφού ο τελευταίος τους έχει ήδη εισπράξει και με τον συνυπολογισμό τους θα μειωνόταν κατά πολύ η επιδικασθησομένη αποζημίωση από την μείωση του μεγαλύτερου μέρους του κεφαλαίου του…». Με το να απορρίψει το Εφετείο την ανωτέρω ένσταση, αναφορικά με το ποσό των τοκομεριδίων, που ο ενάγων έλαβε ως απόδοση του επίδικου ομολόγου, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298 εδ. α΄και 914 ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και τις οποίες ορθά εφάρμοσε, καθόσον, υπό τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν συντρέχει περίπτωση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους. Τούτο διότι, ναι μεν τα ως άνω ποσά αποτελούν κέρδος του αναιρεσιβλήτου από τον τίτλο που κατείχε, πλην όμως το κέρδος αυτό, (όπως και η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται), δεν προέρχεται από τη ζημία που αυτός υπέστη εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου του, αλλά από την παραχώρηση του κεφαλαίου αυτού στην τράπεζα, η οποία το εκμεταλλεύθηκε, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς του στον αναιρεσίβλητο και κατά συνέπεια δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στη ζημία του τελευταίου. Άλλωστε, ο προτεινόμενος (από την αναιρεσείουσα) συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ανέχεται το κέρδος, (από το ζημιογόνο γεγονός), να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος. Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο σχετικός όγδοος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11 Ιουλίου 2020 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ», για αναίρεση της με αριθ. 40/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του, στις 30 Μαΐου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Αγωγή διανομής ενός εκ των κληρονομιαίων ακινήτων – Δωσιδικία του δικαστηρίου της κληρονομίας – Δωσιδικία της τοποθεσίας του ακινήτου – Αναρμοδιότητα δικαστηρίου

ΜΠρΘηβών 316/2023

Για την εκδίκαση αγωγής διανομής ενός από τα κληρονομιαία ακίνητα αποκλειστικά αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο. Αν το ακίνητο περιήλθε στους συγκυρίους αποκλειστικά από κληρονομία, η σχετική αγωγή υπάγεται στο δικαστήριο της κληρονομίας. Αν το ακίνητο περιήλθε κατά ένα μέρος από κληρονομία και κατά το άλλο μέρος από άλλη αιτία αρμόδιο είναι το δικαστήριο της τοποθεσίας του ακινήτου. Αναρμοδιότητα δικαστηρίου. Παραπομπή της αγωγής στο αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπον δικαστήριο. Η υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης που βεβαιώνεται με το πρακτικό περάτωσης αρχικής υποχρεωτικής συνεδρίας καλύπτει την παράλειψη της έγγραφης ενημέρωσης για την δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση.

Αριθμός απόφασης 316/2023

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΗΒΩΝ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Τσέκου Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Θηβών και από τη Γραμματέα Χρυσούλα Κυριάκου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 17-11-2022, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: . , κατοίκου Αγίων Αναργύρων Αττικής (οδός . , αριθ. . ), με Α.Φ.Μ. . της Δ.Ο.Υ. Αγίων Αναργύρων, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ελένης Καλλιντέρη (AM Δ.Σ.Α. 14771, γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Π ./12-09-2022) και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: . , κατοίκου Θηβών Βοιωτίας (οδός . , αριθ. . ), με Α.Φ.Μ. . της Δ.Ο.Υ. Θηβών, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του Ελευθέριου Κτιστάκι (AM Δ.Σ. Θηβών 90, γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Θ ./14-09-2022) και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 9-04-2022 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό ./ΤκΜ/15-04- 2022 και αφού επακολούθησε η κατάθεση εγγράφων προτάσεων, αποδεικτικών μέσων και διαδικαστικών εγγράφων από τους διαδίκους, καθώς και του αποδεικτικού επίδοσης της αγωγής από τον ενάγοντα εντός των νομίμων προθεσμιών, στη συνέχεια η υπόθεση προσδιορίσθηκε από τον Διευθύνοντα το Πρωτοδικείο, Πρόεδρο Πρωτοδικών να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης και εγγράφηκε στο πινάκιο.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγων εκθέτει ότι στις 28-03-1988 απεβίωσε στην Αθήνα αδιάθετος ο πατέρας αυτού, . , κάτοικος εν ζωή Τανάγρας Βοιωτίας, καταλείποντας μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τον ίδιο (ενάγοντα), τον εναγόμενο (αδερφό του ενάγοντος), την σύζυγό του . (μητέρα του ενάγοντος) και την κόρη του . , το γένος . (αδερφή του ενάγοντος), έκαστο σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου. Ότι ανάμεσα στην κληρονομιαία περιουσία περιλαμβάνονται και τα αναλυτικώς περιγραφόμενα στην αγωγή δύο (2) ακίνητα, ήτοι δύο (2) οριζόντιες, αυτοτελείς και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες, οι οποίες βρίσκονται στους Αγίους Αναργύρους Αττικής. Ότι αυτός (ενάγων) αποδέχθηκε το ανωτέρω ποσοστό του επί της ως άνω κληρονομιάς του πατρός του, δυνάμει της υπ’ αριθ. ./23-06-2005 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θηβών . , η οποία έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιλίου στον τόμο . και με αύξοντα αριθμό . . Ότι ο εναγόμενος και η μητέρα τους αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος αυτών με την υπ’ αριθ. ./01-10-2008 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θηβών ., η οποία έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιλίου στον τόμο . και με αύξοντα αριθμό . . Ότι η αδερφή τους . αποποιήθηκε το κληρονομικό της μερίδιο με την υπ’ αριθ. ./1988 έκθεση αποποίησης, οπότε το κληρονομικό της μερίδιο περιήλθε σε ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο των τέκνων της . και . . Ότι δυνάμει της υπ’ αριθ. ./07-10-2008 πράξης γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θηβών . , που έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιλίου στον τόμο . και με αύξοντα αριθμό . , η . μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής το εξ αδιαιρέτου μερίδιό της επί των ανωτέρω ακινήτων κατά ψιλή κυριότητα στον εναγόμενο, παρακρατώντας την επικαρπία εφ’ όρου ζωής, ενώ δυνάμει της υπ’ αριθ. ./20-10-2008 πράξης δωρεάς της συμβολαιογράφου Θηβών . που έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιλίου στον τόμο . και με αύξοντα αριθμό . , οι . και . δώρισαν τα εξ αδιαιρέτου μερίδιά τους επί των ανωτέρω ακινήτων στον εναγόμενο. Ότι στις 26-05-2018 απεβίωσε η . και κατά τον τρόπο αυτό αποσβέστηκε το δικαίωμα της επικαρπίας της επί των ανωτέρω ακινήτων, το οποίο συνενώθηκε με το δικαίωμα ψιλής κυριότητας κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, που είχε μεταβιβάσει στον εναγόμενο. Ότι σύμφωνα με τα ανωτέρω ο ενάγων έχει καταστεί συγκύριος των προαναφερθεισών οριζοντίων ιδιοκτησιών κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και ο εναγόμενος συγκύριος αυτών κατά το λοιπό ποσοστό των 3/4 εξ αδιαιρέτου. Ότι η συνολική αξία των ακινήτων ανέρχεται στο ποσό των 73.872 ευρώ και δη στο ποσό των 32.659,20 ευρώ για την πρώτη αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία και στο ποσό των 41.212,80 ευρώ για τη δεύτερη εξ αυτών. Ότι ο εναγόμενος δεν συναινεί στην εξώδικη λύση της μεταξύ τους κοινωνίας επί των ανωτέρω ακινήτων. Ζητεί δε, κατ’ εκτίμηση του αιτήματος της αγωγής, να διαταχθεί η αυτούσια διανομή των κοινών ακινήτων και σε περίπτωση που αυτή κριθεί ανέφικτη ή ασύμφορη, να διαταχθεί η δια εκουσίου πλειστηριασμού εκποίηση των διανεμητέων ακινήτων, με σκοπό να λάβει έκαστος κοινωνός από το πλειστηρίασμα, το μερίδιο που του αναλογεί σύμφωνα με τα ποσοστά συνιδιοκτησίας του. Ζητεί επίσης να διοριστεί υπάλληλος επί του πλειστηριασμού για τον σκοπό αυτό και τέλος να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης, άλλως να συμψηφιστεί αυτή σε βάρος της διανεμητέας περιουσίας.

Ο εναγόμενος με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του πρόβαλε την ένσταση της κατά τόπον αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυριζόμενος ότι δεν θεμελιώνεται εν προκειμένω η αποκλειστική δωσιδικία του δικαστηρίου της κληρονομιάς του άρθρου 30 ΚΠολΔ, αλλά η αποκλειστική δωσιδικία της τοποθεσίας των ακινήτων του άρθρου 29 ΚΠολΔ, αφενός διότι τα διανεμητέα ακίνητα δεν αποτελούν ολόκληρη την κληρονομιαία περιουσία του αποβιώσαντος πατέρα των διαδίκων και αφετέρου διότι η δημιουργηθείσα μεταξύ τους κοινωνία επί των επιδίκων είναι αποτέλεσμα εν μέρει κληρονομικής διαδοχής και εν μέρει δικαιοπραξίας εν ζωή, οπότε η υπόθεση θα πρέπει να παραπεμφθεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεδομένου ότι η τοποθεσία των ακινήτων εντοπίζεται στον Δήμο Αγίων Αναργύρων Αττικής. Σύμφωνα με το άρθρο 30 ΚΠολΔ στη δωσιδικία της κληρονομιάς υπάγονται οι αγωγές διανομής της κληρονομιάς, όπως και οι περιπτώσεις, με βάση τις οποίες ο ενάγων θεμελιώνει την αγωγή του σε κληρονομικό δικαίωμα και όχι οποιοδήποτε δικαίωμα που μεταβιβάσθηκε απλώς με κληρονομική διαδοχή. Αντίθετα δεν υπάγεται στην δωσιδικία της κληρονομιάς, αλλά στη δωσιδικία του ακινήτου (άρθρο 29 ΚΠολΔ), όταν η αγωγή αφορά ένα μόνο ακίνητο της κληρονομιάς, εκτός αν αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί όλη την κληρονομιά. Επομένως για την εκδίκαση αγωγής διανομής ενός από τα κληρονομιαία ακίνητα, αποκλειστικά αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο είναι το δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο. Αν το ακίνητο περιήλθε στους συγκυρίους αποκλειστικά από κληρονομιά, η σχετική αγωγή υπάγεται στο δικαστήριο της κληρονομιάς. Αν το ακίνητο περιήλθε κατά ένα μέρος από κληρονομιά και κατά το άλλο μέρος από άλλη αιτία (π.χ. αγορά) αρμόδιο είναι το δικαστήριο της τοποθεσίας του ακινήτου [ΕφΑΘ 8559/1978 ΝοΒ 1979.596, ΠΠρΘεσπρωτίας 9/2012 (όπου περαιτέρω παραπομπές), ΠΠρΠειρ 983/1979 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, τόμος Α’, 1989, παρ. 219 σελ. 472- 473, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Μακρίδου) ΚΠολΔ I (2000) 30 αριθ. 2, σελ. 73, A. Δανηλάτου σε Λεοντή ΔΕΑΚ Τόμος 2, έκδοση 2020, άρθρο 1887, αριθ. 9, σελ. 4172, Λ.-Μ. Πίψου, Δικαστική διανομή, 2006, §2, σ. 51-54, Ν. Νίκας, Πολιτική Δικονομία, τόμ. 1, 2η έκδ., 2020, §17, σ. 213-217]. Εν προκειμένω τα προς διανομή ακίνητα δεν αποτελούν ολόκληρη την κληρονομιά του αποβιώσαντος . , αφού ο ενάγων ρητά αναφέρει στην υπό κρίση αγωγή του ότι ανάμεσα στην κληρονομιαία περιουσία, πλην των άλλων, περιλαμβάνονται και οι προς διανομή οριζόντιες, αυτοτελείς και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες (βλ. πρώτη σελίδα στιχ. 11 της υπό κρίση αγωγής). Εξάλλου, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή ο εναγόμενος απόκτησε το ιδανικό του μερίδιο επί των επιδίκων κοινών ακινήτων εν μέρει από κληρονομιά και εν μέρει από άλλες αιτίες (γονική παροχή, δωρεά). Επομένως, δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 30 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, αλλά το άρθρο 29§1 ΚΠολΔ, οπότε αρμόδιο κατά τόπον είναι το δικαστήριο της τοποθεσίας των ακινήτων και όχι αυτό της κληρονομιάς. Δεδομένου δε ότι η δωσιδικία της τοποθεσίας του ακινήτου είναι αποκλειστική, απαιτείται ρητή συμφωνία των διαδίκων περί παρέκτασης αυτής (άρθρο 42 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ), εν προκειμένω αυτή δεν υπάρχει, αντιθέτως ο εναγόμενος προβάλει ένσταση κατά τόπον αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου. Εφόσον λοιπόν τα από διανομή κοινά ακίνητα βρίσκονται στους Αγίους Αναργύρους Αττικής, ήτοι στην περιφέρεια άλλου δικαστηρίου, αναρμοδίως κατά τόπον εισήχθη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η υπό κρίση αγωγή. Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, η ένσταση του εναγομένου περί κατά τόπον αναρμοδιότητας του παρόντος δικαστηρίου, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 29 και 30 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Επομένως, λαμβανομένου υπόψη του ότι η έρευνα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της διεξαγωγής της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ), προηγείται δε από την έρευνα οποιασδήποτε δικονομικής και ουσιαστικής ενστάσεως, όπως και από την έρευνα για την νομιμότητα της αγωγής, πρέπει το Δικαστήριο αυτό να κηρυχθεί κατά τόπον αναρμόδιο και να παραπεμφθεί η υπό κρίση αγωγή στο αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπον δικαστήριο (άρθρο 46 ΚΠολΔ), το οποίο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία. Σημειωτέον ότι αναφορικά με το παραδεκτό της αγωγής και της συζητήσεως αυτής: α) προσκομίζεται το υπ’ αριθ. πρωτ. ./27- 04-2022 πιστοποιητικό καταχώρισης εγγραπτέας πράξης του Κτηματολογικού Γραφείου Ιλίου Αττικής, από το οποίο προκύπτει η νομότυπη καταχώριση της υπό κρίση αγωγής στα οικεία κτηματολογικά φύλλα των επίδικων ακινήτων, β) καταβλήθηκε το ανάλογο, για το αντικείμενό της τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το υπ’ αριθ. . ηλεκτρονικό παράβολο και την από 10-09-2022 απόδειξη πληρωμής αυτού της Τράπεζας Eurobank), γ) η διαφορά έχει υπαχθεί, ως απαιτείται, κατ’ άρθρο 6 παρ.1 Ν. 4640/2019 σε υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης (βλ. το από 24-05-2022 πρακτικό περάτωσης αρχικής υποχρεωτικής συνεδρίας), η οποία καλύπτει την παράλειψη της έγγραφης ενημέρωσης του άρθρου 3 παρ.2 Ν. 4640/2019 για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση (καθώς δεν γίνεται επίκληση, ούτε προσκομιδή από τον ενάγοντα του σχετικού εντύπου), αφού ο σκοπός του νομοθέτη, ήτοι η ενημέρωση των διαδίκων επιτεύχθηκε μέσω της διενέργειας της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης (Πλεύρη, Διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις 2021, άρθρο 3 παρ. 29 σελ. 105 επ.), ενώ δεν υφίσταται ανάγκη προσκομίσεως εκ μέρους του ενάγοντος πιστοποιητικού ΕΝΦΙΑ, καθώς η διάταξη του άρθρου 54Α παρ. 5 Ν. 4174/2013, που ορίζει ότι η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου σε περίπτωση μη προσκομίσεως του σχετικού ως άνω πιστοποιητικού κηρύσσεται απαράδεκτη, είναι μη εφαρμοστέα ως ευθέως αντιτιθέμενη τόσο στα άρθρα 17, 20 και 25 του Συντάγματος, όσο και στο άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ (ΑΠ 1143/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω της δυσχέρειας των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου (άρθρα 179 και 191§2ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ εαυτό κατά τόπον αναρμόδιο προς εκδίκαση της υπό κρίση αγωγής.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ προς εκδίκαση την υπό κρίση αγωγή στο αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπον Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (τακτική διαδικασία).

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, στη Θήβα, στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 16-10-2023, χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι

και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ Αριθμ.7011/7/59-ιδ’ Ηλεκτρονικές υπηρεσίες για τη χορήγηση αντιγράφου αποσπάσματος από βιβλία – έντυπα της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.), την υποβολή καταγγελιών οικονομικών εγκλημάτων και την υποβολή ένστασης επί πράξεων βεβαίωσης παράβασης.

Άρθρο 1
Ηλεκτρονική αίτηση χορήγησης αντιγράφου
αποσπάσματος από Βιβλία –
Έντυπα που τηρεί η Ελληνική Αστυνομία
1. Οι αιτήσεις χορήγησης αντιγράφων αποσπασμάτων από Βιβλία-Έντυπα που τηρεί η Ελληνική Αστυνομία
σύμφωνα με το άρθρο 22 του π.δ. 75/1987 (Α’ 45), όπως
κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 103/2021 «Κώδικας Διοικητικών Διαδικασιών της Ελληνικής Αστυνομίας» (Α’ 255),
που αφορούν:
α) Δελτίο οδικού τροχαίου ατυχήματος υλικών ζημιών.
β) Απόσπασμα ημερήσιου δελτίου οχήματος, κατά το
σκέλος που αφορά το υποκείμενο των δεδομένων.
γ) Τηλεφωνική κλήση στην Άμεση Δράση και
δ) Πράξη βεβαίωσης παράβασης.
Δύναται να υποβάλλονται ηλεκτρονικά από φυσικά
πρόσωπα (χρήστες) με χρήση ηλεκτρονικής εφαρμογής που δημιουργείται, προσβάσιμης μέσω της Ενιαίας
Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr-EΨΠ),
και επέχουν τη θέση υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8
του ν. 1599/1986.
2. Για την υποβολή της αίτησης απαιτείται η προηγούμενη αυθεντικοποίηση του χρήστη της εφαρμογής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 24 του ν. 4727/2020.
3. Ο χρήστης, μετά την αυθεντικοποίηση της παρ. 2,
επιβεβαιώνει τα προσωπικά στοιχεία του που ανακτώνται από την εφαρμογή μέσω διαλειτουργικότητας και
καταχωρίζει τα λοιπά απαραίτητα πεδία, ανάλογα με το
είδος του αντιγράφου που αιτείται. Ιδίως καταχωρίζει:
α) προσωπικά στοιχεία, όπως επώνυμο πατέρα και μητέρας, β) στοιχεία κατοικίας, γ) στοιχεία επικοινωνίας για
την ενημέρωση σχετικά με την πορεία της συγκεκριμένης αίτησης που υποβάλει, δ) στοιχεία προσδιοριστικά
του αιτούμενου αντιγράφου, που επιτρέπουν τον εντοπισμό του από την αρμόδια υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας, όπως αυτά προκύπτουν από τις διατάξεις που
διέπουν την τήρηση των βιβλίων-εντύπων της παρ. 1,
ε) στοιχεία προσδιοριστικά της υπηρεσίας της Ελληνικής
Αστυνομίας που είναι αρμόδια να εξετάσει την αίτηση,
στ) στοιχεία του παραβόλου που έχει εκδώσει. Ο χρήστης
δύναται να μεταφορτώνει στην εφαρμογή δικαιολογητικά έγγραφα που τεκμηριώνουν το εύλογο ενδιαφέρον
του για τη χορήγηση του αιτούμενου αντιγράφου.
4. Πριν από την υποβολή της αίτησης χορήγησης αντιγράφου αποσπάσματος της παρ. 1, το φυσικό πρόσωπο εκδίδει παράβολο που αντιστοιχεί στο κόστος της
αίτησης. Με την εξόφληση του παραβόλου, το φυσικό
πρόσωπο μπορεί να υποβάλει την αίτηση.
5. Η υποβολή της αίτησης γίνεται μόνο ύστερα από
α) καταχώριση στην εφαρμογή κωδικού μιας χρήσης
(«one-time password»), που ο αιτών λαμβάνει στον
πιστοποιημένο αριθμό σύνδεσης κινητής τηλεφωνίας
που κατέχει ή β) επιβεβαίωση έκδοσης του εγγράφου

μέσω της εφαρμογής «Gov.gr Wallet» του άρθρου 80
του ν. 4954/2022 (Α’ 136).
6. Μετά την υποβολή της, η ηλεκτρονική αίτηση χορήγησης αντιγράφου αποσπάσματος της παρ. 1 αποστέλλεται σε θυρίδα της αρμόδιας υπηρεσίας της Ελληνικής
Αστυνομίας, οπότε ακολουθούνται όσα ορίζονται στην
υπό στοιχεία 5620 ΕΞ 2021/26.2.2021 απόφαση του
Υπουργού Επικρατείας, όπως τροποποιήθηκε δυνάμει
της υπό στοιχεία 36126 ΕΞ 2022 όμοιας απόφασης, και
την υπ’ αρ. 246/8.3.2021 κοινή απόφαση των Υπουργών
Προστασίας του Πολίτη και Επικρατείας.
7. Μετά την ολοκλήρωση της επεξεργασίας της αίτησης, αποστέλλεται στη θυρίδα του χρήστη το αιτούμενο αντίγραφο ή αιτιολογημένη απόρριψη της αίτησης,
που φέρουν τα χαρακτηριστικά εγγράφου που εκδίδεται
μέσω της ΕΨΠ και γίνονται υποχρεωτικά αποδεκτά σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 27 του ν. 4727/2020.
Άρθρο 2
Ηλεκτρονική υποβολή καταγγελιών
οικονομικών εγκλημάτων
1. Δημιουργείται ηλεκτρονική εφαρμογή, προσβάσιμη μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας
Διοίκησης (ΕΨΠ-gov.gr), για την ηλεκτρονική υποβολή
καταγγελιών οικονομικών εγκλημάτων αρμοδιότητας
της Διεύθυνσης Οικονομικής Αστυνομίας του Αρχηγείου
Ελληνικής Αστυνομίας.
2. Οι καταγγελίες δύνανται να υποβάλλονται ηλεκτρονικά από φυσικό πρόσωπο (καταγγέλλων) είτε επώνυμα,
είτε ανώνυμα σύμφωνα με τις παρ. 3 και 4 αντίστοιχα.
3. Για την υποβολή επώνυμης καταγγελίας μέσω της
εφαρμογής της παρ. 1 απαιτείται η προηγούμενη αυθεντικοποίηση του καταγγέλλοντος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 24 του ν. 4727/2020. Ο καταγγέλλων,
μετά την αυθεντικοποίηση, επιβεβαιώνει τα προσωπικά
στοιχεία του που ανακτώνται από την εφαρμογή μέσω
διαλειτουργικότητας και καταχωρίζει τα λοιπά απαραίτητα πεδία. Ιδίως καταχωρίζει: α) προσωπικά στοιχεία,
όπως επώνυμο πατέρα και μητέρας, β) στοιχεία κατοικίας, γ) στοιχεία επικοινωνίας για την ενημέρωση
σχετικά με την πορεία της καταγγελίας που υποβάλλει,
δ) στοιχεία προσδιοριστικά του καταγγελλόμενου
εγκλήματος, ιδίως την κατηγορία και το είδος του
εγκλήματος και το ποσό της εκτιμώμενης ζημίας,
ε) στοιχεία του καταγγελλόμενου φυσικού ή νομικού
προσώπου, ιδίως ονοματεπώνυμο ή επωνυμία, Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ)και είδος δραστηριότητας. Ο καταγγέλλων δύναται να μεταφορτώνει
στην εφαρμογή αποδεικτικά έγγραφα που τεκμηριώνουν το βάσιμο της καταγγελίας του. Η υποβολή της
επώνυμης καταγγελίας γίνεται μόνο ύστερα από
α) καταχώριση στην εφαρμογή κωδικού μιας χρήσης
(«one-time password»), που ο καταγγέλλων λαμβάνει
στον πιστοποιημένο αριθμό σύνδεσης κινητής τηλεφωνίας που κατέχει ή β) επιβεβαίωση έκδοσης του
εγγράφου μέσω της εφαρμογής «Gov.gr Wallet» του
άρθρου 80 του ν. 4954/2022. Μετά την υποβολή της,
η επώνυμη καταγγελία αποστέλλεται σε θυρίδα της
αρμόδιας υπηρεσίας της Ελληνικής Αστυνομίας, οπότε ακολουθούνται όσα ορίζονται στην υπό στοιχεία
5620 ΕΞ 2021/26.2.2021 απόφαση του Υπουργού Επικρατείας, όπως τροποποιήθηκε δυνάμει της υπό στοιχεία 36126 ΕΞ 2022 όμοιας απόφασης, και την υπ’ αρ.
246/8.3.2021 κοινή απόφαση των Υπουργών Προστασίας του Πολίτη και Επικρατείας.
4. Για την υποβολή ανώνυμης καταγγελίας, ο καταγγέλλων, αφού διέλθει επιτυχώς από έλεγχο πρόκλησηςαπόκρισης για την επιβεβαίωση ότι πρόκειται για φυσικό
πρόσωπο, καταχωρίζει: α) μια διεύθυνση ηλεκτρονικής
αλληλογραφίας, β) στοιχεία προσδιοριστικά του καταγγελλόμενου εγκλήματος, ιδίως την κατηγορία και το είδος του εγκλήματος και το ποσό της εκτιμώμενης ζημίας,
γ) στοιχεία του καταγγελλόμενου φυσικού ή νομικού
προσώπου, ιδίως ονοματεπώνυμο ή επωνυμία, Αριθμό
Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ)και είδος δραστηριότητας. Ο καταγγέλλων δύναται να μεταφορτώνει στην
εφαρμογή αποδεικτικά έγγραφα που τεκμηριώνουν το
βάσιμο της καταγγελίας του. Μετά την υποβολή της,
η ανώνυμη καταγγελία αποστέλλεται στη Διεύθυνση
Οικονομικής Αστυνομίας του Αρχηγείου Ελληνικής
Αστυνομίας. Ο ανωνύμως καταγγέλλων δεν λαμβάνει
απάντηση από την αρμόδια υπηρεσία της Ελληνικής
Αστυνομίας και δεν ενημερώνεται για την πορεία της.
Άρθρο 3
Ηλεκτρονική υποβολή ένστασης
επί πράξης βεβαίωσης παράβασης
1. Δημιουργείται ηλεκτρονική εφαρμογή, προσβάσιμη
μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (ΕΨΠ-gov.gr), για την ηλεκτρονική υποβολή ένστασης επί πράξης βεβαίωσης παράβασης αρμοδιότητας
των υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας.
2. Η ένσταση δύναται να υποβάλλεται από φυσικό
πρόσωπο (ενιστάμενο).
3. Για την υποβολή της ένστασης μέσω της εφαρμογής
της παρ. 1 απαιτείται η προηγούμενη αυθεντικοποίηση
του ενιστάμενου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 24
του ν. 4727/2020.
4. Ο ενιστάμενος, μετά την αυθεντικοποίηση της
παρ. 3, επιβεβαιώνει τα προσωπικά στοιχεία του που
ανακτώνται από την εφαρμογή μέσω διαλειτουργικότητας και καταχωρίζει τα λοιπά απαραίτητα πεδία. Ιδίως καταχωρίζει: α) προσωπικά στοιχεία, όπως επώνυμο
πατέρα και μητέρας, β) στοιχεία κατοικίας, γ) στοιχεία
επικοινωνίας για την ενημέρωση σχετικά με την πορεία
της συγκεκριμένης ένστασης που υποβάλλει, δ) στοιχεία
προσδιοριστικά της παράβασης που έχει καταλογιστεί
και για την οποία υποβάλλεται ένσταση, ε) στοιχεία
προσδιοριστικά της υπηρεσίας της Ελληνικής Αστυνομίας που είναι αρμόδια να επιληφθεί της ένστασης.
Ο ενιστάμενος δύναται να μεταφορτώνει στην εφαρμογή
δικαιολογητικά έγγραφα που αποδεικνύουν τη βασιμότητα των ισχυρισμών που προβάλλει με την ένσταση.
5. Η υποβολή της ένστασης γίνεται μόνο ύστερα από:
α) καταχώριση στην εφαρμογή κωδικού μιας χρήσης
(«one-time password»), που ο ενιστάμενος λαμβάνει
στον πιστοποιημένο αριθμό σύνδεσης κινητής τηλεφωνίας που κατέχει ή β) επιβεβαίωση έκδοσης του φου μέσω της εφαρμογής «Gov.gr Wallet» του άρθρου 80
του ν. 4954/2022.
6. Μετά την υποβολή της, η ηλεκτρονική ένσταση αποστέλλεται σε θυρίδα της αρμόδιας υπηρεσίας της Ελληνικής Αστυνομίας, οπότε ακολουθούνται όσα ορίζονται
στην υπό στοιχεία 5620 ΕΞ 2021/26.2.2021 απόφαση του
Υπουργού Επικρατείας, όπως τροποποιήθηκε δυνάμει
της υπό στοιχεία 36126 ΕΞ 2022 όμοιας απόφασης, και
την υπ’ αρ. 246/8.3.2021 κοινή απόφαση των Υπουργών
Προστασίας του Πολίτη και Επικρατείας.
7. Μετά την ολοκλήρωση της επεξεργασίας της ένστασης, αποστέλλεται στη θυρίδα του ενιστάμενου η αποδοχή ή αιτιολογημένη απόρριψη της ένστασης, που φέρουν
τα χαρακτηριστικά εγγράφου που εκδίδεται μέσω της
ΕΨΠ και γίνονται υποχρεωτικά αποδεκτά σύμφωνα με
τα οριζόμενα στο άρθρο 27 του ν. 4727/2020.
Άρθρο 4
Ειδικές ρυθμίσεις
1. Η ηλεκτρονική εφαρμογή της παρούσας διαλειτουργεί με τα αναγκαία πληροφοριακά συστήματα του
δημόσιου τομέα μέσω του Κέντρου Διαλειτουργικότητας
της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων
Ψηφιακής Διακυβέρνησης (Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ.) του Υπουργείου
Ψηφιακής Διακυβέρνησης, σύμφωνα με το άρθρο 47 του
ν. 4623/2019 (Α’ 134) και το άρθρο 84 του ν. 4727/2020
(Α’ 84) και σύμφωνα με το ισχύον Πλαίσιο Ασφάλειας
Πληροφοριακών Συστημάτων της Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ., την Πολιτική Ορθής Χρήσης των διαδικτυακών υπηρεσιών και
τις διατάξεις περί προστασίας δεδομένων προσωπικού
χαρακτήρα και ιδίως με: το Πληροφοριακό Σύστημα του
ηλεκτρονικού παραβόλου της Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ. του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης.
2. Η Ελληνική Αστυνομία έχει την υποχρέωση να εκδώσει οδηγίες για την ασφαλή διαχείριση και χρήση των
θυρίδων από το προσωπικό της Άρθρο 5
Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού
χαρακτήρα – Τεχνικά και Οργανωτικά Μέτρα
1. Το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη ορίζεται ως
ανεξάρτητος υπεύθυνος επεξεργασίας, κατά την έννοια
της περ. 7 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679
του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της
27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών
προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων
προσωπικού χαρακτήρα (Γενικός Κανονισμός για την
Προστασία Δεδομένων – ΓΚΠΔ), για τους σκοπούς της
λειτουργίας της εφαρμογής της παρούσας.
2. Το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης είναι ανεξάρτητος υπεύθυνος επεξεργασίας για την λειτουργία
της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης
(gov.gr-ΕΨΠ) και έχει την υποχρέωση λήψης και διαρκούς
τήρησης των κατάλληλων και αναγκαίων τεχνικών και
οργανωτικών μέτρων ασφάλειας των λαμβανόμενων
πληροφοριών, της διασφάλισης της ιχνηλασιμότητας
και της προστασίας των διακινούμενων δεδομένων
από κάθε παραβίαση, καθώς και από σκόπιμη ή τυχαία
απειλή.
Άρθρο 6
Έναρξη ισχύος
Η απόφαση αυτή αρχίζει να ισχύει από τη δημοσίευσή
της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της
Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 19 Οκτωβρίου 2023

Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Μη ζητηθείσες κλήσεις -.

ΜΠρΑθ 9191/2023 Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Μη ζητηθείσες κλήσεις -.

Τηλεφωνικές κλήσεις για σκοπούς απευθείας προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών και για διαφημιστικούς σκοπούς. Αποζημίωση ποσού 4.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης νομιμότοκα από το 2017. Δεκτή η έφεση, αποδεχόμενη εν μέρει την αγωγή.

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Αθηνών Κωνσταντίνου Δ. Μπίτσιου και προέρχεται από το αρχείο του)

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 9191/2023

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

……………………………………

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τ… Δικαστή …………, Πρωτόδικη, τ… οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τ…. Γραμματέα ………….

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις ………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1)…… και 2) ……………, αμφοτέρων κατοίκων ………………, οι οποίοι παραστάθηκαν στο ακροατήριο δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Κωνσταντίνας Δράκου.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης ……… εταιρίας με την επωνυμία «……» που εδρεύει στην ……, με ΑΦΜ …………………., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της ………

Οι εκκαλούντες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από …………….. και με αριθμό κατάθεσης ……………… αγωγή τους κατά της εφεσίβλητης και ζήτησαν να γίνει δεκτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ’ αριθμ. ………… οριστική του απόφαση, απέρριψε την αγωγή. Κατά της ανωτέρω απόφασης, οι εκκαλούντες άσκησε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την από ……………… και με αριθμό κατάθεσης ………….. έφεση, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης …………………., η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της έφεσης οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων κατά της υπ’ αριθμ. …………… οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (εργατικά), έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη (άρθρα 495 επ., 511, 513παρ. 1, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον η έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις …………, ήτοι εντός της προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης (……….) και δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της εκκαλουμένης. Εξάλλου, παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του αρμόδιου καθ’ ύλην και κατά τόπον παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 17Α ΚΠολΔ), ενώ κατατέθηκε το προβλεπόμενο στις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο, όπως προκύπτει από την έκθεση του Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Οι ενάγοντες με την υπό κρίση αγωγή τους, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου, ισχυρίστηκαν τα εξής: Ότι είναι συμβίοι και ότι συγκατοικούν από την ……….. Ότι από τις ………. ενοχλούνται με ανθρώπινη παρέμβαση από απευθείας κλήσεις εμπορικής προώθησης προϊόντων της εναγομένης στον αριθμό …….., για τον οποίο είναι συμβεβλημένος βάσει συμβολαίου με την εταιρία ……….. ο δεύτερος εξ αυτών, παρά το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος αριθμός είναι στη λίστα (σχετικό μητρώο τηλεφωνικής εταιρίας) όσων επιθυμούν να μην δέχονται παρόμοιες κλήσεις εμπορικής ή διαφημιστικής προώθησης πωλήσεων αγαθών ή παροχής υπηρεσιών εξ αποστάσεως. Ότι παρόμοια, ο πρώτος εξ αυτών ενοχλείται με ανθρώπινη παρέμβαση από απευθείας κλήσεις εμπορικής προώθησης προϊόντων της εναγομένης στον αριθμό …………….., για τον οποίο αυτός είναι συμβεβλημένος βάσει συμβολαίου με την εταιρία ………, παρά το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος αριθμός είναι στη λίστα (σχετικό μητρώο τηλεφωνικής εταιρίας) όσων επιθυμούν να μην δέχονται παρόμοιες κλήσεις εμπορικής ή διαφημιστικής προώθησης πωλήσεων αγαθών ή παροχής υπηρεσιών εξ αποστάσεως. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, επικαλούμενοι ότι η παραπάνω παράνομη και υπαίτια πράξη της εναγομένης δια του προστηθέντων οργάνων της, που συνάμα προσέβαλε την προσωπικότητά τους, προκάλεσε σε αυτούς μεγάλη ψυχική αναστάτωση, θυμό και οργή από το γεγονός ότι η εναγομένη, παρά ένταξή τους στο μητρώο του άρθρου 11 Ν. 3471/2006, συνέχισε να τους καλεί για προωθητικούς και διαφημιστικούς σκοπούς, διαταράσσοντας την οικιακή τους γαλήνη και επεξεργαζόμενη τα προσωπικά τους δεδομένα, ζήτησαν, να υποχρεωθεί η εναγομένη με απόφαση προσωρινά εκτελεστή να καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική τους βλάβη, σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 20.000 ευρώ, άλλως επικουρικώς το ποσό των 10.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της παρέλευσης της προθεσμίας που τάχθηκε με το από …………….. μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, άλλως από την επομένη της παρέλευσης της προθεσμίας που τάχθηκε με το εξώδικο, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι εκκαλούντες με την κρινόμενη έφεσή τους, για τους λόγους που εκτίθενται σε αυτήν και συνίστανται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή τους στο σύνολό της.

Το ζήτημα των τηλεφωνικών κλήσεων για σκοπούς απευθείας προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών και για κάθε είδους διαφημιστικούς σκοπούς ρυθμίζεται στο άρθρο 11 Ν. 3471/2006, όπου ορίζονται τα σχετικά με τις μη ζητηθείσες επικοινωνίες. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του εν λόγω άρθρου: «1. Η χρησιμοποίηση αυτόματων συστημάτων κλήσης, ιδίως με χρήση συσκευών τηλεομοιοτυπίας (φαξ) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, και γενικότερα η πραγματοποίηση μη ζητηθεισών επικοινωνιών με οποιοδήποτε μέσο ηλεκτρονικής επικοινωνίας, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών και για κάθε είδους διαφημιστικούς σκοπούς, επιτρέπεται μόνο αν ο συνδρομητής συγκατατεθεί εκ των προτέρων ρητώς. 2. Δεν επιτρέπεται η πραγματοποίηση μη ζητηθεισών επικοινωνιών με ανθρώπινη παρέμβαση (κλήσεων) για τους ανωτέρω σκοπούς, εφόσον ο συνδρομητής έχει δηλώσει προς τον φορέα παροχής της διαθέσιμης στο κοινό υπηρεσίας, ότι δεν επιθυμεί γενικώς να δέχεται τέτοιες κλήσεις. Ο φορέας υποχρεούται να καταχωρίζει δωρεάν τις δηλώσεις αυτές σε ειδικό κατάλογο συνδρομητών, ο οποίος είναι στη διάθεση κάθε ενδιαφερομένου, […] 5. Οι φορείς παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχουν την υποχρέωση να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, που καθορίζονται με κοινή πράξη της Α.Π.Δ.Π.Χ. και της Α.Δ.Α.Ε., για την αποτροπή της μη ζητηθείσας επικοινωνίας. Από τον φορέα παροχής διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που παραβίασε από αμέλεια την υποχρέωση αυτή, καθώς και την υποχρέωση που προβλέπεται στο εδάφιο β΄ της παραγράφου 2, οι αποδέκτες μη ζητηθείσας επικοινωνίας, έχουν το δικαίωμα να αξιώσουν αποζημίωση για κάθε περιουσιακή ζημία ή χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφαρμόζεται αναλογικώς η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου. Ο φορέας παροχής διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν υποχρεούται σε αποζημίωση και στη λήψη μέτρων ώστε να μην επαναληφθεί η παραβίαση στο μέλλον εφόσον αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει αμέλεια». Επιπλέον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 Ν. 3471/2006 «1. Φυσικό ή Νομικό Πρόσωπο που, κατά παράβαση του Νόμου αυτού, προκαλεί περιουσιακή βλάβη υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. 2. Η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος Νόμου ορίζεται, κατ’ ελάχιστο, στο ποσό δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, εκτός αν ζητηθεί από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό. Η χρηματική ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξάρτητα από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη». Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι με τον Ν. 3471/2006 οριοθετείται η έκταση προστασίας των αντιτιθέμενων αγαθών της προσωπικότητας (ως προς την έκφανση της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης και ιδιωτικότητας του ατόμου) και της πληροφοριακής ελευθερίας (του δικαιώματος του προσώπου να πληροφορεί και να πληροφορείται), θέτοντας στην άσκηση της τελευταίας συγκεκριμένους προορισμούς, ώστε να διασφαλίζεται τόσο η προστασία της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης και ιδιωτικότητας του φυσικού προσώπου όσο και η ελεύθερη κυκλοφορία (συλλογή- μετάδοση-χρήση) των προσωπικών πληροφοριών που αφορούν το Φυσικό Πρόσωπο, για την ασφάλεια των συναλλαγών και για την εγκαθίδρυση και λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Η ρύθμιση του Ν. 3471/20006 συμπληρώνει το προϋπάρχον αυτού νομικό πλαίσιο (άρθρο 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9 παρ. 1 εδ. 2 και 19 Συντάγματος, 57 ΑΚ), συγκεκριμενοποιεί τον ευρύτερο κανόνα προστασίας της προσωπικότητας του άρθρου 57 ΑΚ και διευρύνει την έννοια των παράνομων προσβολών της προσωπικότητας σε σχέση με το άρθρο 57 ΑΚ, ώστε να θεωρείται -καταρχήν- απαγορευμένη κάθε επέμβαση στα προσωπικά δεδομένα άλλου (ευμενή ή δυσμενή), χωρίς την τήρηση ορισμένων διατυπώσεων που τάσσονται από τις διατάξεις του νόμου (ΕφΑΘ 3833/2003 ΕλλΔνη 45.1022, μελέτη Μ. Σταθόπουλου, ΝοΒ 48, σελ.1 επ.). Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι φορέας της σχετικής αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση είναι αυτός που υπέστη άμεσα την ηθική βλάβη, δηλαδή το κατά τις διατάξεις του Ν. 3471/2006 υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων (ΑΠ 1257/2005 ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, «μόνη η παράβαση» διάταξης του Νόμου «ενεργοποιεί» και τις συνέπειες για τους παραβάτες, εξ ου η ευθύνη είναι «νόθος αντικειμενική και τεκμαιρόμενη». Ως συνέπεια, το δικόγραφο της αγωγής του θιγόμενου από την «παράβαση», που επιδιώκει αποζημίωση για «ηθική βλάβη», που ορίζεται ανεξάρτητα από την περιουσιακή, αρκεί να αναφέρει την παράβαση, που οδηγεί, ως αποτέλεσμα, στην «ηθική του βλάβη», ως απλή «τυπική διαδικασία απόδειξης της παράβασης», ώστε να μην υπάρχει ανάγκη αναφοράς των επί μέρους στοιχείων της ηθικής βλάβης (σε αντίθεση με τα άρθρα του ΑΚ, αλλά και της περιουσιακής βλάβης, που απαιτεί πλήρη αιτιολόγηση), που υπέστη στην προσωπικότητά του, που εμφαίνεται και είναι δεδομένη. Όπως αναφέρθηκε, η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 Ν. 3471/2006 προβλέπει ως ελάχιστο όριο αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 10.000 ευρώ. Ο καθορισμός με τη διάταξη αυτή ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποίησης σκοπό έχει να διασφαλίσει την προστασία των πολιτών από προσβολές της προσωπικότητάς τους, και εντάσσεται στα μέτρα που λαμβάνει η Πολιτεία υλοποιώντας την επιβαλλόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος υποχρέωσή της για σεβασμό και προστασία της αξίας του ανθρώπου. Από τον συνδυασμό των παραπάνω παραδοχών, προκύπτει ότι η ως άνω διάταξη Ν. 3471/2006, ως προς το ελάχιστο χρηματικό όριο, είναι αντισυνταγματική για τους κάτωθι λόγους: Με βάση τα εν λόγω κριτήρια της αρχής της αναλογικότητας αξιολογείται και η παρεχόμενη από την διάταξη του άρθρου 26 παρ. 1 του Συντάγματος εξουσία του νομοθέτη να θέτει κατά τη ρύθμιση των βιοτικών σχέσεων και τον καθορισμό των κυρώσεων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμπεριφορά των πολιτών, ελάχιστα ή ανώτατα όρια, κατ’ αφηρημένη αξιολόγηση, εντός των οποίων ο δικαστής προβαίνει στην εξειδίκευση του κανόνα δικαίου, βάσει των συγκεκριμένων περιστάσεων. Στο πλαίσιο της εξουσίας του αυτής, ο Νομοθέτης μπορεί να προσδιορίζει τόσο τις προϋποθέσεις αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης όσο και το ελάχιστο ποσό, στο οποίο αποτιμάται η προσβολή της τιμής και της υπόληψης του αδικηθέντος. Όμως, η ρύθμιση αυτή αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος και τη θεσμοθετούμενη με αυτήν αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η καθιέρωση με την ως άνω διάταξη μόνο του στοιχείου της παραβίασης των διατάξεων των προσωπικών δεδομένων για τον καθορισμό του ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποίησης στο κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ιδιαίτερα σημαντικό ποσό των 10.000 ευρώ, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, δεν είναι εν στενή εννοία αναλογική, διότι η βλάβη που προκαλείται με την υποχρέωση καταβολής αυτού του χρηματικού ποσού είναι δυσανάλογα επαχθέστερη από την επιδιωκόμενη ωφέλεια του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, η τιμή και η υπόληψη του οποίου προσβλήθηκε, τις περιπτώσεις ελαφρών από άποψη είδους και βαρύτητας προσβολών. Επομένως, το Δικαστήριο κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής του λειτουργίας πρέπει να ερευνά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την επιδίκαση του προβλεπόμενου από τον Νόμο ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποίησης, παραβιάζεται η Συνταγματική Αρχή της αναλογικότητας (μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού) και σε περίπτωση παραβίασής της, ενόψει των ιδιαίτερων συνθηκών (είδους και βαρύτητας της προσβολής, ενδεχόμενης έκτασης της δημοσιότητας, βαθμού υπαιτιότητας και κοινωνικής θέσης και οικονομικής καταστάσεως των μερών) να μην εφαρμόσει τη διάταξη για το ελάχιστο όριο και να επιδικάσει μικρότερο ποσό χρηματικής ικανοποίησης (βλ. ΟλΑΠ 6/2011 ΤΝΠ Νόμος, που έκρινε αντιστοίχως αντισυνταγματικές τις διατάξεις περί των ελάχιστων ορίων χρηματικής ικανοποίησης του αδικηθέντος για δυσφημιστικές και εξυβριστικές πράξεις που τελέστηκαν από ραδιοφωνικούς σταθμούς, ΑΠ 252/2018 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1852/2013 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 3649/2019 ΤΝΠ Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση έφεσή τους οι εκκαλούντες, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου, ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή τους ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, έσφαλε διότι προσδιορίζονται σε αυτήν τα γεγονότα που συγκροτούν το αξιούμενο δικαίωμά τους και εκτίθενται με σαφή τρόπο τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που φέρονται ότι έτυχαν μη νόμιμης επεξεργασίας από την εναγομένη. Επιπλέον, ισχυρίζονται ότι πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η νομική βάση στην οποία στηρίζεται η κρινόμενη αγωγή περί μη ζητηθείσας εμπορικής επικοινωνίας (Ν. 3471/2006) δεν απαιτεί ως στοιχείο του ορισμένου να αναφέρεται η συνδρομή του στοιχείου της υπαιτιότητας. Οι συγκεκριμένοι λόγοι έφεσης είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, διότι σύμφωνα και με τα οριζόμενα στην προαναφερθείσα μείζονα σκέψη, όταν πρόκειται περί αγωγής αποζημίωσης λόγω μη ζητηθείσας εμπορικής επικοινωνίας (Ν. 3471/2006), μόνη η παράβαση διάταξης του εν λόγω νόμου ενεργοποιεί και τις συνέπειες για τους παραβάτες, εξ ου η ευθύνη είναι νόθος αντικειμενική και τεκμαιρόμενη, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται ειδικότερα το στοιχείο της υπαιτιότητας. Ως συνέπεια, το δικόγραφο της αγωγής του θιγόμενου από την παράβαση που επιδιώκει χρηματική ικανοποίηση για αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, που ορίζεται ανεξάρτητα από την περιουσιακή, αρκεί να αναφέρει την παράβαση που οδηγεί, ως αποτέλεσμα, στην ηθική του βλάβη, ως απλή τυπική διαδικασία απόδειξης της παράβασης, ώστε να μην υπάρχει ανάγκη αναφοράς των επί μέρους στοιχείων της ηθικής βλάβης που υπέστη στην προσωπικότητά του, η οποία εμφαίνεται και είναι δεδομένη. Από δε την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες επικαλούνται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα ανωτέρω στοιχεία που απαιτεί ο νόμος. Ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο απέρριψε την ένδικη αίτηση ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, έσφαλε ως προς την ερμηνεία του νόμου, κατά παραδοχή των προβαλλόμενων λόγων έφεσης. Συνακόλουθα, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να κρατηθεί η υπόθεση προς κατ’ ουσίαν εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), το οποίο κρίνει ότι η ένδικη αγωγή είναι παραδεκτή και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 298, 299, 914, 932 ΑΚ, 11, 14 Ν. 3471/2006, 13 Ν. 2472/1997 και 176 ΚΠολΔ.

Από την εκτίμηση της ανωμοτί εξέτασης του δεύτερου ενάγοντος και ήδη δεύτερου εκκαλούντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, από την προσκομιζόμενη από την εναγομένη υπ’ αριθμ. ………………….. ένορκη βεβαίωση που δόθηκε ενώπιον ….. Συμβολαιογράφου ………………………. μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγόντων (βλ. τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθμ. …………………………………….. εκθέσεις επίδοσης τ…. δικαστικ…. Επιμελητ…. στο Πρωτοδικείο …….., ………………), από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομότυπα και εμπρόθεσμα οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε μερικά από τα οποία γίνεται ειδικότερη μνεία κατωτέρω χωρίς να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών (ΟλΑΠ 42/2012 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1821/2008 ΤΝΠ Νόμος), από τις ομολογίες που συνάγονται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (άρθρα 261, 352 ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος ενάγων είναι κάτοχος του αριθμού ……….. γραμμής κινητής τηλεφωνίας και ο δεύτερος ενάγων είναι κάτοχος του αριθμού ……………. γραμμής σταθερής τηλεφωνίας, τον οποίο χρησιμοποιεί στην οικία του, όπου διαμένει με τον πρώτο ενάγοντα. Αμφότεροι δε οι ενάγοντες έχουν τηλεπικοινωνιακό πάροχο την εταιρία «………» και επειδή δεν επιθυμούσαν να δέχονται εισερχόμενες κλήσεις στα τηλέφωνά τους, που έχουν σκοπό την εμπορική – διαφημιστική προώθηση προϊόντων, προέβησαν μέσω του παρόχου τους στην καταχώρηση των ανωτέρω αριθμών σε ειδικό κατάλογο συνδρομητών (μητρώο), ο οποίος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 11 Ν. 3471/2006. Η εν λόγω καταχώρηση, για τον αριθμό …………… γραμμής σταθερής τηλεφωνίας, ολοκληρώθηκε στις ……….. (βλ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. …………………….. έγγραφο της εταιρίας …….), ενώ για τον αριθμό ……………. γραμμής κινητής τηλεφωνίας, ολοκληρώθηκε στις ………………. (βλ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. …………….. έγγραφο της εταιρίας ……………..). Αναφορικά με τον αριθμό ………….. γραμμής σταθερής τηλεφωνίας του δεύτερου ενάγοντος, αποδείχθηκε ότι σε χρονικό διάστημα προ της καταχώρησης στο μητρώο του άρθρου 11 Ν. 3471/2006 και δη στις …………….., αυτός δέχτηκε κλήση, από προστηθέντα της εναγομένης εταιρίας, με αντικείμενο την προώθηση και διαφήμιση προϊόντων της τελευταίας, οπότε και δήλωσε (δεύτερος ενάγων) ότι δεν επιθυμεί να λαμβάνει κλήσεις για προωθητικούς και διαφημιστικούς σκοπούς. Ωστόσο, παρά την καταχώρηση του ως άνω αριθμού σταθερής τηλεφωνίας στο μητρώο του άρθρου 11 Ν. 3471/2006, στις …………… κατά τα προαναφερθέντα, στις ……………, στις ………….. και στις ……………. εκπρόσωποι της εναγομένης συνέχισαν να καλούν τον δεύτερο ενάγοντα στον ως άνω τηλεφωνικό αριθμό για την προώθηση και διαφήμιση υπηρεσιών της εναγομένης, ενώ κατά τη διάρκειά των εν λόγω κλήσεων ο δεύτερος εναγόμενος προέβαινε σε σχετική επισήμανση προς αυτούς ότι δεν επιθυμεί να λαμβάνει τέτοιου είδους κλήσεις και ότι η τηλεφωνική του σύνδεση ήταν εγγεγραμμένη στο ειδικό μητρώο του άρθρου 11 Ν. 3471/2006. Ακολούθως, αναφορικά με τον αριθμό …………… γραμμής κινητής τηλεφωνίας αποδείχθηκε ότι παρά την καταχώρηση του ως άνω αριθμού στο μητρώο του άρθρου 11 Ν. 3471/2006, στις ……………. κατά τα προαναφερθέντα, στις …………….. (δύο φορές) και στις ………… εκπρόσωποι της εναγομένης κάλεσαν τον πρώτο ενάγοντα στον ως άνω τηλεφωνικό αριθμό για την προώθηση και διαφήμιση υπηρεσιών της εναγομένης, ενώ κατά τη διάρκειά των εν λόγω κλήσεων αυτός προέβαινε σε σχετική επισήμανση προς αυτούς ότι δεν επιθυμεί να λαμβάνει τέτοιου είδους κλήσεις και ότι η τηλεφωνική του σύνδεση ήταν εγγεγραμμένη στο ειδικό μητρώο του άρθρου 11 Ν. 3471/2006. Εξάλλου, απορριπτέος τυγχάνει ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ουδέποτε έλαβαν χώρα κλήσεις από προστηθέντες αυτής προς τους ενάγοντες, καθόσον από την προσκομιζόμενη ηλεκτρονική αλληλογραφία που αντάλλαξαν οι διάδικοι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα προκύπτει ότι πράγματι οχλήθηκαν οι ενάγοντες από κλήσεις των εκπροσώπων της εναγόμενης για προωθητικούς και διαφημιστικούς σκοπούς παρά την επανειλημμένη αντίθεση των εναγόντων προς τούτο. Συνεπώς, με την πραγματοποίηση των παραπάνω κλήσεων προς τους ενάγοντες η εναγόμενη παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 11 Ν. 3471/2006, η ως άνω δε παράνομη και υπαίτια πράξη της (η υπαιτιότητα των προστηθέντων της εναγομένης, που μάλιστα τεκμαίρεται και καταλογίζεται σε αυτή -άρθρο 922 ΑΚ-, συνίσταται στην αμελή συμπεριφορά τους να μην προβούν σε έλεγχο των καταχωρήσεων στο ειδικό μητρώο του άρθρου 11 Ν. 3471/2006, ώστε να διαπιστώσουν την εγγραφή της τηλεφωνικής σύνδεσης των εναγόντων σε αυτή) προκάλεσε στους ενάγοντες ηθική βλάβη, όπως βάσιμα αυτοί ισχυρίζονται, λόγω της αναστάτωσης που τους προκάλεσαν οι μη ζητηθείσες τηλεφωνικές κλήσεις της εναγομένης για προωθητικούς και διαφημιστικούς σκοπούς, παρά το ότι αυτοί είχαν προβεί σε κάθε απαραίτητη ενέργεια, ώστε να μη δέχονται τέτοιες κλήσεις, και η συμπεριφορά της εναγομένης να αγνοήσει (έστω και από αμέλεια) την ως άνω ρητά εκφρασμένη βούλησή τους, προκειμένου να εξυπηρετήσει τους εμπορικούς της σκοπούς. Η ηθική βλάβη, που προκλήθηκε στους ενάγοντες, δεν είναι ανύπαρκτη ή ασήμαντη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, καθώς με τις ως άνω κλήσεις της προσβλήθηκε και η προσωπικότητά τους, καθώς εθίγη το δικαίωμα πληροφοριακής αυτοδιάθεσης και ιδιωτικότητάς τους με τη χρησιμοποίηση των τηλεφωνικών τους συνδέσεων για προωθητικούς και διαφημιστικούς σκοπούς παρά τη ρητή εναντίωσή τους, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση. Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα στην άνω νομική σκέψη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει των ιδιαίτερων συνθηκών (είδους και βαρύτητας της προσβολής, βαθμού υπαιτιότητας, κοινωνικής θέσης και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων), με τη διάταξη του άρθρου 14 Ν. 3471/2006, με την οποία τίθεται ως ελάχιστο όριο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 10.000 ευρώ, παραβιάζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού) και κατά συνέπεια, το Δικαστήριο οφείλει να μην εφαρμόσει, εν προκειμένω, την εν λόγω διάταξη. Συνεπώς, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που κατά τα ανωτέρω υπέστησαν οι ενάγοντες, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη αφενός ότι τα ελάχιστα όρια που τίθενται με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 Ν. 3471/2006 δεν το δεσμεύουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφετέρου, όμως, ότι οι παραπάνω νομικές διατάξεις έχουν σκοπό να διασφαλίσουν την προστασία των πολιτών από επεμβάσεις στα προσωπικά τους δεδομένα, επιπλέον δε λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η επίδικη προσβολή, το είδος αυτής, το μέγεθος της βλάβης των εναγόντων, καθώς και της ταλαιπωρίας που υπέστησαν, αλλά και του ψυχικού πόνου που δοκίμασαν, τον βαθμό υπαιτιότητας της εναγομένης και την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, θα πρέπει να επιδικάσει σε έκαστο των εναγόντων ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 2.000 ευρώ, το οποίο μετά την στάθμιση των πιο πάνω στοιχείων κρίνεται εύλογο. Το ανωτέρω ποσό πρέπει να επιδικαστεί με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής, απορριπτομένου του αιτήματος έναρξης της τοκοφορίας από προγενέστερο χρονικό διάστημα, καθόσον αφενός μεν η προθεσμία που τάχθηκε με το από …………… ηλεκτρονικό μήνυμα των εναγόντων προς την εναγομένη αφορούσε μόνο την μη ζητηθείσα τηλεφωνική κλήση που έλαβε χώρα στις …………… και όχι το σύνολο της προσβολής, ενώ στο από ……………… εξώδικο που επέδωσαν οι ενάγοντες προς την εναγομένη δεν αναφέρονται αναλυτικά οι μη ζητηθείσες κλήσεις για τις οποίες τάχθηκε προθεσμία προς αποζημίωση. Τέλος, απορριπτέος ως μη νόμιμος τυγχάνει ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι ενάγοντες αιτούμενοι με την υπό κρίση αγωγή τους, έκαστος εξ αυτών, το ποσό των 20.000 ευρώ προς αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης, ασκούν καταχρηστικά το δικαίωμά τους (281 ΑΚ). Τούτο δε, διότι η φερόμενη ως καταχρηστική συμπεριφορά αναφέρεται στην άσκηση από τους ενάγοντες ενός αμιγώς δικονομικού δικαιώματος (άσκηση αγωγής), το οποίο, ως τέτοιο, δεν δύναται να προσκρούει στην απαγόρευση του άρθρου 281 ΑΚ που αφορά στην άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από διατάξεις ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου. Εξάλλου, η άσκηση ενός δικαιώματος δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική, από το γεγονός και μόνο ότι επιφέρει επιβλαβή αποτελέσματα για τον υπόχρεο και εν προκειμένω στην εναγομένη.

Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη έφεση των εκκαλούντων να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κρατηθεί η υπόθεση προς κατ’ ουσίαν εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η υπό κρίση αγωγή και να υποχρεωθεί η εφεσίβλητη – εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο των εκκαλούντων – εναγόντων το ποσό των 2.000 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της παραπάνω αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου της έφεσης στους εκκαλούντες (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η εφεσίβλητη – εναγομένη σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εκκαλούντων – εναγόντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω της μερικής ήττας της (άρθρα 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθ. ………… οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών – τμήμα εργατικών).

ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση επί της ουσίας.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την κρινόμενη αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εφεσίβλητη – εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο των εκκαλούντων – εναγόντων το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στους εκκαλούντες του παράβολου της έφεσης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εφεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εκκαλούντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους στις …………………. 2023.

…. ΔΙΚΑΣΤΗΣ …. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΠΗΓΗ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

Το δίκαιο των δικαιωμάτων των ζώων στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής

Τα δικαιώματα των ζώων έχουν εξελιχθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και έχουν αποκτήσει σημαντική νομική προστασία. Οι ΗΠΑ έχουν θεσπίσει νόμους και κανονισμούς που αναγνωρίζουν τα δικαιώματα των ζώων και προστατεύουν την ευημερία τους.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα ζώα θεωρούνται ως νομικά πρόσωπα με δικαιώματα. Ο νόμος προβλέπει ότι πρέπει να αντιμετωπίζονται με σεβασμό και αξιοπρέπεια. Απαγορεύεται η  απάνθρωπη μεταχείριση των ζώων και η βάναυση πειθαρχία.

Ο νόμος για την προστασία των ζώων (Animal Welfare Act) είναι ένας από τους πιο σημαντικούς νόμους που αφορούν τα δικαιώματα των ζώων στις ΗΠΑ. Αυτός ο νόμος θεσπίστηκε το 1966 και έχει ως στόχο την προστασία των ζώων που χρησιμοποιούνται για επιστημονική έρευνα, εμπορία, εκθέσεις και εκπαίδευση. Προβλέπει αυστηρές προδιαγραφές για τη διαβίωση, την υγεία και τη μεταχείριση των ζώων σε αυτούς τους τομείς.

Επιπλέον, υπάρχουν πολλοί νόμοι σε επίπεδο πολιτείας που προστατεύουν τα δικαιώματα των ζώων. Πολλά κράτη έχουν θεσπίσει νόμους περί απαγόρευσης της βαναυσότητας και της κακοποίησης των ζώων. Επιπλέον, υπάρχουν νόμοι που περιορίζουν τη χρήση ζώων στα διαλείμματα της επιστημονικής έρευνας και την ψυχαγωγία.

Τέλος, οι ΗΠΑ έχουν θεσπίσει νόμους για την προστασία συγκεκριμένων ειδών ζώων που αντιμετωπίζουν απειλές εξαφάνισης. Ο νόμος για τα είδη που βρίσκονται σε κίνδυνο εξάλειψης (Endangered Species Act) προστατεύει τα ζώα που απειλούνται με εξαφάνιση και προωθεί την αποκατάσταση και τη διατήρηση των ειδών αυτών.

Οι νόμοι και οι κανονισμοί αναγνωρίζουν την αξία και την αξιοπρέπεια των ζώων και προάγουν την ευημερία και την προστασία τους. Μέσω νόμων όπως ο Animal Welfare Act και ο Endangered Species Act, η χώρα προσπαθεί να εξασφαλίσει τη σωστή μεταχείριση και την προστασία των ζώων, ενισχύοντας έτσι την κοινωνική συνείδηση και τον σεβασμό προς τα ζωντανά όντα.

Ηλίας Σιδέρης

02.07.2023

Η Εξέλιξη του Τουριστικού Δικαίου στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής

Το τουριστικό δίκαιο στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής έχει υποστεί σημαντική εξέλιξη κατά τη διάρκεια της ιστορίας της. Η ανάπτυξη του τουρισμού και οι αλλαγές στην κοινωνία έχουν επηρεάσει τη νομοθεσία και τη νομική προσέγγιση σε θέματα που σχετίζονται με τον τουρισμό. Από την προστασία των φυσικών και πολιτιστικών πόρων μέχρι την εξασφάλιση των δικαιωμάτων των ταξιδιωτών, το τουριστικό δίκαιο έχει εξελιχθεί για να ανταποκριθεί στις ανάγκες και τις προκλήσεις του σύγχρονου τουρισμού.:

1. Προστασία του Περιβάλλοντος:

Η προστασία του περιβάλλοντος έχει αποκτήσει ολοένα και μεγαλύτερη σημασία στο τουριστικό δίκαιο των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο νόμος για τον Εθνικό Πάρκο του Υέλοουστον του 1872 ήταν ένα από τα πρώτα νομοθετήματα που προστάτευαν ένα φυσικό αξιοθέατο από τον τουρισμό και την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη. Στη συνέχεια, δημιουργήθηκαν νόμοι και προγράμματα για την προστασία των εθνικών πάρκων, των παράκτιων περιοχών και των περιοχών με πολύτιμους οικοσυστήματα.

2. Προστασία της Καταναλωτικής Εμπειρίας:

Το τουριστικό δίκαιο στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει αναπτυχθεί επίσης για να προστατεύει τα δικαιώματα και την ευημερία των ταξιδιωτών. Έχουν θεσπιστεί νόμοι για την προστασία των καταναλωτών, την ασφάλεια των ταξιδιωτικών εταιρειών και την προστασία από την απάτη στην τουριστική βιομηχανία.

3. Προώθηση της Ισότητας και της Πολυπολιτισμικότητας:

Το τουριστικό δίκαιο στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει εξελιχθεί για να προωθήσει την ισότητα και την πολυπολιτισμικότητα στον τουρισμό. Έχουν ληφθεί μέτρα για την αποτροπή των διακρίσεων στην πρόσβαση σε τουριστικές υπηρεσίες και διαμονή, καθώς και για την προώθηση της πολιτιστικής ποικιλομορφίας και της ανοχής.

Η εξέλιξη του τουριστικού δικαίου στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει συμβάλει στην προστασία του περιβάλλοντος, την προστασία της καταναλωτικής εμπειρίας και την προώθηση της ισότητας και της πολυπολιτισμικότητας. Οι νομοθετικές πρωτοβουλίες έχουν δημιουργήσει ένα πλαίσιο που εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα και τη δικαιοσύνη στον τουρισμό. Ωστόσο, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο τουρισμός συνεχίζονται, και το τουριστικό δίκαιο πρέπει να παραμείνει ευέλικτο και προοδευτικό για να ανταποκριθεί στις μελλοντικές ανάγκες του τομέα.

Ηλίας Σιδέρης

02.07.2023

Κλειστά τα δικαστήρια σε Αττική, Βοιωτία και Εύβοια, Δευτέρα 6 και Τρίτη 7 Φεβρουαρίου

Με απόφαση του υπουργού Δικαιοσύνης Κώστα Τσιάρα,αναστέλλεται, λόγω επικίνδυνων καιρικών φαινομένων για το χρονικό διάστημα της 6ης και 7ης Φεβρουαρίου, η λειτουργία όλων των δικαστηρίων της Περιφέρειας Αττικής (Αθηνών-Πειραιώς)και των Περιφερειακών Ενοτήτων Βοιωτίας (Θήβας-Λειβαδιάς) και Ευβοίας (Χαλκίδα), της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος.